ξεραίνομαι
•
- σκληραίνω χάνοντας το νερό που περιείχα Βικιλεξικό
- πέφτω και κοιμάμαι αμέσως πολύ βαθιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεραίνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ξεραίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεραίνομαι | ξεραίνεσαι | ξεραίνεται | ξεραινόμαστε | ξεραίνεστε | ξεραίνονται |
| Παρατατικός | ξεραινόμουν / ξεραινόμουνα | ξεραινόσουν / ξεραινόσουνα | ξεραινόταν / ξεραινότανε | ξεραινόμασταν / ξεραινόμαστε | ξεραινόσασταν / ξεραινόσαστε | ξεραίνονταν / ξεραινόντουσαν |
| Αόριστος | ξεράθηκα | ξεράθηκες | ξεράθηκε | ξεραθήκαμε | ξεραθήκατε | ξεράθηκαν / ξεραθήκαν / ξεραθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ξεραίνομαι / θα ξεραθώ | θα ξεραίνεσαι / θα ξεραθείς | θα ξεραίνεται / θα ξεραθεί | θα ξεραθούμε / θα ξεραινόμαστε | θα ξεραίνεστε / θα ξεραθείτε | θα ξεραίνονται / θα ξεραθούν / θα ξεραθούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεραθεί | έχεις ξεραθεί | έχει ξεραθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεραθεί | είχες ξεραθεί | είχε ξεραθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεραθεί / να ξεραίνομαι / να ξεραθώ | να έχεις ξεραθεί / να ξεραίνεσαι / να ξεραθείς | να έχει ξεραθεί / να ξεραίνεται / να ξεραθεί | να ξεραθούμε / να ξεραινόμαστε | να ξεραίνεστε / να ξεραθείτε | να ξεραίνονται / να ξεραθούν / να ξεραθούνε |
| Προστακτική | — | ξεράσου / ξεραίνου | — | — | ξεραίνεστε / ξεραθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →