ξεραίνω
•
- αποξηραίνω, καθιστώ κάτι ξηρό, αφαιρώ τους χυμούς του, το στεγνώνω να μην έχει υγρασία Βικιλεξικό
- ξεραίνω τη ντομάτα για να την κάνω λιαστή
- λαϊκότροποχτυπώ κάποιον και τον πονώ πολύ Βικιλεξικό
- Κόφτ' το ρε βλάκα, με ξέρανες!
- λαϊκότροποκόβω το χέρι κάποιου Βικιλεξικό
- Μη χτυπάς το αδελφάκι σου γιατί θα στο ξεράνω εγώ το χέρι
- μεσοπαθητικό: (λαϊκότροπο) πέφτω ξερός από κούραση ή μένω αποσβολωμένος από κάτι που άκουσα Βικιλεξικό
- μεσοπαθητικό: χάνω την υγρασία μου Βικιλεξικό
- Ξεράθηκε το ψωμί τόση ώρα πάνω στο τραπέζι
Ετυμολογία
ξεραίνω < αρχαία ελληνική ξηραίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεραίνω | ξεραίνεις | ξεραίνει | ξεραίνουμε | ξεραίνετε | ξεραίνουν / ξεραίνουνε |
| Παρατατικός | ξέραινα | ξέραινες | ξέραινε | ξεραίναμε | ξεραίνατε | ξέραιναν / ξεραίναν / ξεραίνανε |
| Αόριστος | ξέρανα | ξέρανες | ξέρανε | ξεράναμε | ξεράνατε | ξέραναν / ξεράναν / ξεράνανε |
| Μέλλοντας | θα ξεράνω / θα ξεραίνω | θα ξεράνεις / θα ξεραίνεις | θα ξεράνει / θα ξεραίνει | θα ξεράνουμε / θα ξεραίνουμε | θα ξεράνετε / θα ξεραίνετε | θα ξεράνουν / θα ξεράνουνε / θα ξεραίνουν / θα ξεραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεράνει | έχεις ξεράνει | έχει ξεράνει | έχουμε ξεράνει | έχετε ξεράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεράνει | είχες ξεράνει | είχε ξεράνει | είχαμε ξεράνει | είχατε ξεράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεράνει / να ξεράνω / να ξεραίνω | να έχεις ξεράνει / να ξεράνεις / να ξεραίνεις | να έχει ξεράνει / να ξεράνει / να ξεραίνει | να έχουμε ξεράνει / να ξεράνουμε / να ξεραίνουμε | να έχετε ξεράνει / να ξεράνετε / να ξεραίνετε | να ξεράνουν / να ξεράνουνε / να ξεραίνουν / να ξεραίνουνε |
| Προστακτική | — | ξέραινε / ξέρανε | — | — | ξεράνετε / ξεραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →