ξεροκέφαλος
•
- που επιμένει πολύ στην άποψή του και δεν την αλλάζει εύκολα, δεν λαμβάνει υπ' όψιν τις γνώμες των άλλων Βικιλεξικό
- Πόσο ξεροκέφαλος, Θεέ μου! Μόνο όταν έβαλα μπροστά στα μάτια του το λεξικό και διάβασε τον ορισμό παραδέχτηκε τελικά πως είχα δίκιο.
Ετυμολογία
ξεροκέφαλος < (ξερός) ξερο- + κεφάλ(ι) + -ος (-κέφαλος). Διαφορετική η ελληνιστική λέξη ξηροκέφαλος (με στεγνό κεφάλι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεροκέφαλος | ξεροκέφαλη | ξεροκέφαλο |
| Γενική | ξεροκέφαλου | ξεροκέφαλης | ξεροκέφαλου |
| Αιτιατική | ξεροκέφαλο | ξεροκέφαλη | ξεροκέφαλο |
| Κλητική | ξεροκέφαλε | ξεροκέφαλη | ξεροκέφαλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεροκέφαλοι | ξεροκέφαλες | ξεροκέφαλα |
| Γενική | ξεροκέφαλων | ξεροκέφαλων | ξεροκέφαλων |
| Αιτιατική | ξεροκέφαλους | ξεροκέφαλες | ξεροκέφαλα |
| Κλητική | ξεροκέφαλοι | ξεροκέφαλες | ξεροκέφαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →