Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεροκέφαλος

/kse.ɾoˈce.fa.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επιμένει πολύ στην άποψή του και δεν την αλλάζει εύκολα, δεν λαμβάνει υπ' όψιν τις γνώμες των άλλων Βικιλεξικό
    • Πόσο ξεροκέφαλος, Θεέ μου! Μόνο όταν έβαλα μπροστά στα μάτια του το λεξικό και διάβασε τον ορισμό παραδέχτηκε τελικά πως είχα δίκιο.

Ετυμολογία

ξεροκέφαλος < (ξερός) ξερο- + κεφάλ(ι) + -ος (-κέφαλος). Διαφορετική η ελληνιστική λέξη ξηροκέφαλος (με στεγνό κεφάλι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεροκέφαλοςξεροκέφαληξεροκέφαλο
Γενικήξεροκέφαλουξεροκέφαληςξεροκέφαλου
Αιτιατικήξεροκέφαλοξεροκέφαληξεροκέφαλο
Κλητικήξεροκέφαλεξεροκέφαληξεροκέφαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεροκέφαλοιξεροκέφαλεςξεροκέφαλα
Γενικήξεροκέφαλωνξεροκέφαλωνξεροκέφαλων
Αιτιατικήξεροκέφαλουςξεροκέφαλεςξεροκέφαλα
Κλητικήξεροκέφαλοιξεροκέφαλεςξεροκέφαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →