Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξερολίθι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ξερολιθιά, η κατασκευή φράχτη από πέτρες χωρίς συνδετικό ιστό Βικιλεξικό
    • ...κάστρου, γιομάτου πύργους και παραπόρτια, χτισμένου πρώτα με μεγάλα χοντροκομμένα πελασγικά ξερολίθια κ' ύστερα με μικρά λιανολίθαρα συγκολλημένα μ' ασβεστόχωμα και με βύσαλα (Κώστας Κρυστάλλης, Πεζογραφήματα)

Ετυμολογία

ξερολίθι < ξερός + -ο- + λίθος + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξερολίθιξερολίθια
Γενική——
Αιτιατικήξερολίθιξερολίθια
Κλητικήξερολίθιξερολίθια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →