ξεσκάτισμα
•
- καθαρισμός από κόπρανα Βικιλεξικό
- της εξήγησε ότι τη φροντίδα των γέρων της θα την είχε η ίδια, τάισμα και ξεσκάτισμα (Στο αυτί της αλεπούς, Ευγενία Φακίνου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016 https://books.google.gr/books?id=Vr-cDAAAQBAJ&pg=PT37&dq=%CE%BE%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwjIrLWEyaLfAhUDixoKHf9bA-0Q6AEINTAC#v=onepage&q=%CE%BE%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1&f=false
Ετυμολογία
ξεσκάτισμα < ξεσκατίζω < ξε- + σκατά + -ίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεσκάτισμα | ξεσκατίσματα |
| Γενική | ξεσκατίσματος | ξεσκατισμάτων |
| Αιτιατική | ξεσκάτισμα | ξεσκατίσματα |
| Κλητική | ξεσκάτισμα | ξεσκατίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →