Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσκάτωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθαρισμός από κόπρανα Βικιλεξικό
    • Κάθε θάλαμος είχε τον ομαδάρχη του, που ήταν υπεύθυνος για τα πάντα, από την τήρηση της τάξης μέχρι την περίθαλψη εκείνων που τρώγανε τον αγλέουρα κι αρρωσταίνανε, και το ξεσκάτωμα των μικρότερων. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση, 2016 https://books.google.gr/books?id=9b8PDAAAQBAJ&pg=PT33&dq=%CE%BE%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwiL0rHlyqLfAhVRqxoKHWJPACIQ6AEIKjAA#v=onepage&q=%CE%BE%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1&f=false)

Ετυμολογία

ξεσκάτωμα < ξε- + σκατά + -ωμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεσκάτωμαξεσκατώματα
Γενικήξεσκατώματοςξεσκατωμάτων
Αιτιατικήξεσκάτωμαξεσκατώματα
Κλητικήξεσκάτωμαξεσκατώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →