ξεσκίζομαι
•
- οικείοεργάζομαι ή γενικότερα ενεργώ σε υπερβολικό βαθμό, με συνέπεια να κουραστώ ή να εξαντληθώ Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος ξεσκίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος ξεσκίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσκίζομαι | ξεσκίζεσαι | ξεσκίζεται | ξεσκιζόμαστε | ξεσκίζεστε | ξεσκίζονται |
| Παρατατικός | ξεσκιζόμουν / ξεσκιζόμουνα | ξεσκιζόσουν / ξεσκιζόσουνα | ξεσκιζόταν / ξεσκιζότανε | ξεσκιζόμασταν / ξεσκιζόμαστε | ξεσκιζόσασταν / ξεσκιζόσαστε | ξεσκίζονταν / ξεσκιζόντουσαν |
| Αόριστος | ξεσκίστηκα | ξεσκίστηκες | ξεσκίστηκε | ξεσκιστήκαμε | ξεσκιστήκατε | ξεσκίστηκαν / ξεσκιστήκαν / ξεσκιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσκίζομαι / θα ξεσκιστώ | θα ξεσκίζεσαι / θα ξεσκιστείς | θα ξεσκίζεται / θα ξεσκιστεί | θα ξεσκιζόμαστε / θα ξεσκιστούμε | θα ξεσκίζεστε / θα ξεσκιστείτε | θα ξεσκίζονται / θα ξεσκιστούν / θα ξεσκιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσκιστεί | έχεις ξεσκιστεί | έχει ξεσκιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσκιστεί | είχες ξεσκιστεί | είχε ξεσκιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσκιστεί / να ξεσκίζομαι / να ξεσκιστώ | να έχεις ξεσκιστεί / να ξεσκίζεσαι / να ξεσκιστείς | να έχει ξεσκιστεί / να ξεσκίζεται / να ξεσκιστεί | να ξεσκιζόμαστε / να ξεσκιστούμε | να ξεσκίζεστε / να ξεσκιστείτε | να ξεσκίζονται / να ξεσκιστούν / να ξεσκιστούνε |
| Προστακτική | — | ξεσκίζου / ξεσκίσου | — | — | ξεσκίζεστε / ξεσκιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →