Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσκλίδι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροπομυτερό ξύλινο κομματάκι, που έχει αποκοπεί από κάποιο μεγαλύτερο Βικιλεξικό
    • ...γιατί έτρεμε μην τον αφίσουν όλοι / σκυλιών ξεσκλίδι, αν πανικός ακράτητος τους πιάσει. (Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ρ, στ. 666-667)
    • Ὁ Ἄνεμος πρὶν δὲν ἔβλεπε μηδ' ὁ Ἥλιος τὴ γλυκειά μου, / καὶ τώρα ἄσκεπη κοίτεται μὲς στὸ καλύβι χάμου, / ἕνα ξεσκλίδι ἡ ὡρηόγελη, σὰν τὴν τρελλὴ φορῶντας / γιὰ ντύμα ἡ ὀμορφολάγγονη, πῶς θὰ βρεθεῖ ξυπνῶντας. (Μαχαμπχαράτα, Νάλας και Νταμαγιάντη, στ. 46-50, Μεταφραστής: Λορέντζος Μαβίλης)

Ετυμολογία

ξεσκλίδι < ξε- + σκελίδι < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό του σκελίς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεσκλίδιξεσκλίδια
Γενικήξεσκλιδιούξεσκλιδιών
Αιτιατικήξεσκλίδιξεσκλίδια
Κλητικήξεσκλίδιξεσκλίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →