πελεκούδι
•
- λαϊκότο μικρό ξυλαράκι που περισσεύει από το πελέκημα του ξύλου, η σχίζα Βικιλεξικό
- Κι ἐπετάχτηκε ἕνα πελεκούδι κι ἐβρῆκε μιὰ ἀπὸ τὶς ἀδελφὲς τῶν ̓Αποστόλων μὲς στὸ μάτι (Δημήτρης Σ. Λουκάτος, Εισαγωγή στην ελληνική λαογραφία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1977, σελ. 102)
- Πήγαιναν δηλ. οι μάγισσες τη νύχτα και κρυφά έκοβαν ένα μικρό πελεκούδι από την πόρτα του σπιτιού ψιθυρίζοντας λόγια μαγικά, για να πάρουν το βιός του γείτονα, του συγχωριανού τους (ΣΤ΄ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου, 7-10 Μαΐου 1989, Πρακτικά, Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών, σελ. 299)
- Κάθισε και στίχο στίχο πάνου στο βρεμένον τοίχο, γράφει μ’ ένα πελεκούδι το στερνό του το τραγούδι
Ετυμολογία
πελεκούδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πελεκούδ(α) + -ι < αρχαία ελληνική πελεκάω/πελεκῶ + -ούδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πελεκούδι | πελεκούδια |
| Γενική | πελεκουδιού | πελεκουδιών |
| Αιτιατική | πελεκούδι | πελεκούδια |
| Κλητική | πελεκούδι | πελεκούδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →