Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσκουριάζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόαφαιρώ τις σκουριές από αντικείμενο Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόανανεώνω, ενημερώνω κάτι (π.χ. γνώσεις, ικανότητες) Βικιλεξικό
  3. αμετάβατοπροσπαθώ να ξαναβρώ την κινητικότητά μου, την ενεργητικότητά μου μετά από περίοδο σωματικής ή πνευματικής ακινησίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεσκουριάζω < ξε- + σκουριάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεσκουριάζωξεσκουριάζειςξεσκουριάζειξεσκουριάζουμεξεσκουριάζετεξεσκουριάζουν / ξεσκουριάζουνε
Παρατατικόςξεσκούριαζαξεσκούριαζεςξεσκούριαζεξεσκουριάζαμεξεσκουριάζατεξεσκουριάζαν / ξεσκουριάζανε / ξεσκούριαζαν
Αόριστοςξεσκούριασαξεσκούριασεςξεσκούριασεξεσκουριάσαμεξεσκουριάσατεξεσκουριάσαν / ξεσκουριάσανε / ξεσκούριασαν
Μέλλονταςθα ξεσκουριάζω / θα ξεσκουριάσωθα ξεσκουριάζεις / θα ξεσκουριάσειςθα ξεσκουριάζει / θα ξεσκουριάσειθα ξεσκουριάζουμε / θα ξεσκουριάσουμεθα ξεσκουριάζετε / θα ξεσκουριάσετεθα ξεσκουριάζουν / θα ξεσκουριάζουνε / θα ξεσκουριάσουν / θα ξεσκουριάσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεσκουριάσειέχεις ξεσκουριάσειέχει ξεσκουριάσειέχουμε ξεσκουριάσειέχετε ξεσκουριάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεσκουριάσειείχες ξεσκουριάσειείχε ξεσκουριάσειείχαμε ξεσκουριάσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζω / να ξεσκουριάσωνα έχεις ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζεις / να ξεσκουριάσειςνα έχει ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζει / να ξεσκουριάσεινα έχουμε ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζουμε / να ξεσκουριάσουμενα έχετε ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζετε / να ξεσκουριάσετενα ξεσκουριάζουν / να ξεσκουριάζουνε / να ξεσκουριάσουν / να ξεσκουριάσουνε
Προστακτική—ξεσκούριαζε / ξεσκούριασε——ξεσκουριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξεσκουριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →