ξεσκουριάζω
•
- μεταβατικόαφαιρώ τις σκουριές από αντικείμενο Βικιλεξικό
- μεταβατικόανανεώνω, ενημερώνω κάτι (π.χ. γνώσεις, ικανότητες) Βικιλεξικό
- αμετάβατοπροσπαθώ να ξαναβρώ την κινητικότητά μου, την ενεργητικότητά μου μετά από περίοδο σωματικής ή πνευματικής ακινησίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσκουριάζω < ξε- + σκουριάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσκουριάζω | ξεσκουριάζεις | ξεσκουριάζει | ξεσκουριάζουμε | ξεσκουριάζετε | ξεσκουριάζουν / ξεσκουριάζουνε |
| Παρατατικός | ξεσκούριαζα | ξεσκούριαζες | ξεσκούριαζε | ξεσκουριάζαμε | ξεσκουριάζατε | ξεσκουριάζαν / ξεσκουριάζανε / ξεσκούριαζαν |
| Αόριστος | ξεσκούριασα | ξεσκούριασες | ξεσκούριασε | ξεσκουριάσαμε | ξεσκουριάσατε | ξεσκουριάσαν / ξεσκουριάσανε / ξεσκούριασαν |
| Μέλλοντας | θα ξεσκουριάζω / θα ξεσκουριάσω | θα ξεσκουριάζεις / θα ξεσκουριάσεις | θα ξεσκουριάζει / θα ξεσκουριάσει | θα ξεσκουριάζουμε / θα ξεσκουριάσουμε | θα ξεσκουριάζετε / θα ξεσκουριάσετε | θα ξεσκουριάζουν / θα ξεσκουριάζουνε / θα ξεσκουριάσουν / θα ξεσκουριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσκουριάσει | έχεις ξεσκουριάσει | έχει ξεσκουριάσει | έχουμε ξεσκουριάσει | έχετε ξεσκουριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσκουριάσει | είχες ξεσκουριάσει | είχε ξεσκουριάσει | είχαμε ξεσκουριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζω / να ξεσκουριάσω | να έχεις ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζεις / να ξεσκουριάσεις | να έχει ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζει / να ξεσκουριάσει | να έχουμε ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζουμε / να ξεσκουριάσουμε | να έχετε ξεσκουριάσει / να ξεσκουριάζετε / να ξεσκουριάσετε | να ξεσκουριάζουν / να ξεσκουριάζουνε / να ξεσκουριάσουν / να ξεσκουριάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσκούριαζε / ξεσκούριασε | — | — | ξεσκουριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεσκουριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →