Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσπάω

/kseˈspa.o/ρήμα
•
  1. εκδηλώνομαι / αρχίζω με απότομο και βίαιο τρόπο, ιδίως μετά από μια περίοδο επιφανειακής ηρεμίας Βικιλεξικό
    • ξέσπασε πόλεμος
    • ξεσπάει σε γέλια, σε κλάματα
    • ξέσπασε χιονιάς, καταιγίδα, φωτιά, επιδημία
    • ξέσπασε επανάσταση, ενδοκυβερνητικός πόλεμος
  2. εκδηλώνω απότομα και έντονα συσσωρευμένη ένταση και συναισθήματα Βικιλεξικό
    • ξέσπασε σε κλάματα
    • ξέσπασε επάνω μου ενώ της έφταιγε το αφεντικό της.

Ετυμολογία

ξεσπάω < ξεσπ(ώ) + νεοελληνικό επίθημα -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεσπῶ < αρχαία ελληνική ἐκσπάω / ἐκσπῶ . Μορφολογικά, ξε- + σπάω / σπω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεσπάω / ξεσπώξεσπάςξεσπά / ξεσπάειξεσπάμε / ξεσπούμεξεσπάτεξεσπάν / ξεσπάνε / ξεσπούν / ξεσπούνε
Παρατατικόςξέσπαγα / ξεσπούσαξέσπαγες / ξεσπούσεςξέσπαγε / ξεσπούσεξεσπάγαμε / ξεσπούσαμεξεσπάγατε / ξεσπούσατεξέσπαγαν / ξεσπάγανε / ξεσπούσαν / ξεσπούσανε
Αόριστοςξέσπασαξέσπασεςξέσπασεξεσπάσαμεξεσπάσατεξέσπασαν / ξεσπάσαν
Μέλλονταςθα ξεσπάσω / θα ξεσπάω / θα ξεσπώθα ξεσπάς / θα ξεσπάσειςθα ξεσπά / θα ξεσπάει / θα ξεσπάσειθα ξεσπάμε / θα ξεσπάσουμε / θα ξεσπούμεθα ξεσπάσετε / θα ξεσπάτεθα ξεσπάν / θα ξεσπάνε / θα ξεσπούν / θα ξεσπούνε
Υποτακτικήνα ξεσπάσω / να ξεσπάω / να ξεσπώνα ξεσπάς / να ξεσπάσειςνα ξεσπά / να ξεσπάει / να ξεσπάσεινα ξεσπάμε / να ξεσπάσουμε / να ξεσπούμενα ξεσπάσετε / να ξεσπάτενα ξεσπάν / να ξεσπάνε / να ξεσπούν / να ξεσπούνε
Προστακτική—ξέσπα / ξέσπαγε / ξέσπασε——ξεσπάτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξεσπάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →