ξεσπάω
•
- εκδηλώνομαι / αρχίζω με απότομο και βίαιο τρόπο, ιδίως μετά από μια περίοδο επιφανειακής ηρεμίας Βικιλεξικό
- ξέσπασε πόλεμος
- ξεσπάει σε γέλια, σε κλάματα
- ξέσπασε χιονιάς, καταιγίδα, φωτιά, επιδημία
- ξέσπασε επανάσταση, ενδοκυβερνητικός πόλεμος
- εκδηλώνω απότομα και έντονα συσσωρευμένη ένταση και συναισθήματα Βικιλεξικό
- ξέσπασε σε κλάματα
- ξέσπασε επάνω μου ενώ της έφταιγε το αφεντικό της.
Ετυμολογία
ξεσπάω < ξεσπ(ώ) + νεοελληνικό επίθημα -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεσπῶ < αρχαία ελληνική ἐκσπάω / ἐκσπῶ . Μορφολογικά, ξε- + σπάω / σπω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσπάω / ξεσπώ | ξεσπάς | ξεσπά / ξεσπάει | ξεσπάμε / ξεσπούμε | ξεσπάτε | ξεσπάν / ξεσπάνε / ξεσπούν / ξεσπούνε |
| Παρατατικός | ξέσπαγα / ξεσπούσα | ξέσπαγες / ξεσπούσες | ξέσπαγε / ξεσπούσε | ξεσπάγαμε / ξεσπούσαμε | ξεσπάγατε / ξεσπούσατε | ξέσπαγαν / ξεσπάγανε / ξεσπούσαν / ξεσπούσανε |
| Αόριστος | ξέσπασα | ξέσπασες | ξέσπασε | ξεσπάσαμε | ξεσπάσατε | ξέσπασαν / ξεσπάσαν |
| Μέλλοντας | θα ξεσπάσω / θα ξεσπάω / θα ξεσπώ | θα ξεσπάς / θα ξεσπάσεις | θα ξεσπά / θα ξεσπάει / θα ξεσπάσει | θα ξεσπάμε / θα ξεσπάσουμε / θα ξεσπούμε | θα ξεσπάσετε / θα ξεσπάτε | θα ξεσπάν / θα ξεσπάνε / θα ξεσπούν / θα ξεσπούνε |
| Υποτακτική | να ξεσπάσω / να ξεσπάω / να ξεσπώ | να ξεσπάς / να ξεσπάσεις | να ξεσπά / να ξεσπάει / να ξεσπάσει | να ξεσπάμε / να ξεσπάσουμε / να ξεσπούμε | να ξεσπάσετε / να ξεσπάτε | να ξεσπάν / να ξεσπάνε / να ξεσπούν / να ξεσπούνε |
| Προστακτική | — | ξέσπα / ξέσπαγε / ξέσπασε | — | — | ξεσπάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεσπάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →