ξεστομίζω
•
- λέω κάτι που δεν έπρεπε να πω Βικιλεξικό
- τολμώ να πω κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεστομίζω < ξε- + στόμα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεστομίζω | ξεστομίζεις | ξεστομίζει | ξεστομίζουμε | ξεστομίζετε | ξεστομίζουν / ξεστομίζουνε |
| Παρατατικός | ξεστόμιζα | ξεστόμιζες | ξεστόμιζε | ξεστομίζαμε | ξεστομίζατε | ξεστομίζαν / ξεστομίζανε / ξεστόμιζαν |
| Αόριστος | ξεστόμισα | ξεστόμισες | ξεστόμισε | ξεστομίσαμε | ξεστομίσατε | ξεστομίσαν / ξεστομίσανε / ξεστόμισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεστομίζω / θα ξεστομίσω | θα ξεστομίζεις / θα ξεστομίσεις | θα ξεστομίζει / θα ξεστομίσει | θα ξεστομίζουμε / θα ξεστομίσουμε | θα ξεστομίζετε / θα ξεστομίσετε | θα ξεστομίζουν / θα ξεστομίζουνε / θα ξεστομίσουν / θα ξεστομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεστομίσει | έχεις ξεστομίσει | έχει ξεστομίσει | έχουμε ξεστομίσει | έχετε ξεστομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεστομίσει | είχες ξεστομίσει | είχε ξεστομίσει | είχαμε ξεστομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεστομίσει / να ξεστομίζω / να ξεστομίσω | να έχεις ξεστομίσει / να ξεστομίζεις / να ξεστομίσεις | να έχει ξεστομίσει / να ξεστομίζει / να ξεστομίσει | να έχουμε ξεστομίσει / να ξεστομίζουμε / να ξεστομίσουμε | να έχετε ξεστομίσει / να ξεστομίζετε / να ξεστομίσετε | να ξεστομίζουν / να ξεστομίζουνε / να ξεστομίσουν / να ξεστομίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεστόμιζε / ξεστόμισε | — | — | ξεστομίζετε / ξεστομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →