ξεστραβώνω
•
- ισιώνω κάτι στραβό Βικιλεξικό
- Μήπως μπορείς να ξεστραβώσεις την κεραία;
- λαϊκότροποενημερώνω τρόπον τινά κάποιον, τον κάνω να ανοίξει τα μάτια του και να γνωρίσει την αλήθεια ή να πάψει να εθελοτυφλεί (κυρίως το μεσοπαθητικό) Βικιλεξικό
- Άντε ρε διάβασε και καμιά εφημερίδα να ξεστραβωθείς που ζεις στην κοσμάρα σου
- Μάγκα μου, αυτή γουστάρει το Νίκο. Ξεστραβώσου και βρες καμια άλλη
- τυφλώνω, στραβώνω κάποιον με τους προβολείς του αυτοκινήτου μου ή με άλλο τρόπο, κουράζω τα μάτια μου Βικιλεξικό
- Δεν έχεις μεσαία φώτα κυρά μου; Μας ξεστράβωσες
- Ξεστραβώθηκα να διαβάζω όλη νύχτα
- Με ξεστράβωσε το μέγεθος της γραμματοσειράς
Ετυμολογία
ξεστραβώνω < ξε- + στραβώνω < στραβός < αρχαία ελληνική στραβός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)twer- / *(s)tur- (στρέφω, περιστρέφω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεστραβώνω | ξεστραβώνεις | ξεστραβώνει | ξεστραβώνουμε | ξεστραβώνετε | ξεστραβώνουν / ξεστραβώνουνε |
| Παρατατικός | ξεστράβωνα | ξεστράβωνες | ξεστράβωνε | ξεστραβώναμε | ξεστραβώνατε | ξεστράβωναν / ξεστραβώναν / ξεστραβώνανε |
| Αόριστος | ξεστράβωσα | ξεστράβωσες | ξεστράβωσε | ξεστραβώσαμε | ξεστραβώσατε | ξεστράβωσαν / ξεστραβώσαν / ξεστραβώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεστραβώνω / θα ξεστραβώσω | θα ξεστραβώνεις / θα ξεστραβώσεις | θα ξεστραβώνει / θα ξεστραβώσει | θα ξεστραβώνουμε / θα ξεστραβώσουμε | θα ξεστραβώνετε / θα ξεστραβώσετε | θα ξεστραβώνουν / θα ξεστραβώνουνε / θα ξεστραβώσουν / θα ξεστραβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεστραβώσει | έχεις ξεστραβώσει | έχει ξεστραβώσει | έχουμε ξεστραβώσει | έχετε ξεστραβώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεστραβώσει | είχες ξεστραβώσει | είχε ξεστραβώσει | είχαμε ξεστραβώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεστραβώσει / να ξεστραβώνω / να ξεστραβώσω | να έχεις ξεστραβώσει / να ξεστραβώνεις / να ξεστραβώσεις | να έχει ξεστραβώσει / να ξεστραβώνει / να ξεστραβώσει | να έχουμε ξεστραβώσει / να ξεστραβώνουμε / να ξεστραβώσουμε | να έχετε ξεστραβώσει / να ξεστραβώνετε / να ξεστραβώσετε | να ξεστραβώνουν / να ξεστραβώνουνε / να ξεστραβώσουν / να ξεστραβώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεστράβωνε / ξεστράβωσε | — | — | ξεστραβώνετε / ξεστραβώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →