Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσυνερίζομαι

ρήμα
•
  1. διαγωνίζομαι ή ανταγωνίζομαι με κάποιον Βικιλεξικό
    • Μα ξεσυνερίζεσαι τον ίδιο σου το γιο;
  2. παίρνω υπόψη μου και λογαριάζω αυτά που λέει κάποιος σε βάρος μου, θυμώνω μαζί του Βικιλεξικό
    • Αφού είναι βλάκας, γιατί τον ξεσυνερίζεσαι;

Ετυμολογία

ξεσυνερίζομαι < ξε- + συνερίζομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεσυνερίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος συνερίζω < σύν + ἐρίζω < ἔρις < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ere- (χωρίζω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεσυνερίζομαιξεσυνερίζεσαιξεσυνερίζεταιξεσυνεριζόμαστεξεσυνερίζεστεξεσυνερίζονται
Παρατατικόςξεσυνεριζόμουν / ξεσυνεριζόμουναξεσυνεριζόσουν / ξεσυνεριζόσουναξεσυνεριζόταν / ξεσυνεριζότανεξεσυνεριζόμασταν / ξεσυνεριζόμαστεξεσυνεριζόσασταν / ξεσυνεριζόσαστεξεσυνερίζονταν / ξεσυνεριζόντουσαν
Αόριστοςξεσυνερίστηκαξεσυνερίστηκεςξεσυνερίστηκεξεσυνεριστήκαμεξεσυνεριστήκατεξεσυνερίστηκαν / ξεσυνεριστήκαν / ξεσυνεριστήκανε
Μέλλονταςθα ξεσυνερίζομαι / θα ξεσυνεριστώθα ξεσυνερίζεσαι / θα ξεσυνεριστείςθα ξεσυνερίζεται / θα ξεσυνεριστείθα ξεσυνεριζόμαστε / θα ξεσυνεριστούμεθα ξεσυνερίζεστε / θα ξεσυνεριστείτεθα ξεσυνερίζονται / θα ξεσυνεριστούν / θα ξεσυνεριστούνε
Παρακείμενοςέχω ξεσυνεριστείέχεις ξεσυνεριστείέχει ξεσυνεριστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ξεσυνεριστείείχες ξεσυνεριστείείχε ξεσυνεριστεί———
Υποτακτικήνα έχω ξεσυνεριστεί / να ξεσυνερίζομαι / να ξεσυνεριστώνα έχεις ξεσυνεριστεί / να ξεσυνερίζεσαι / να ξεσυνεριστείςνα έχει ξεσυνεριστεί / να ξεσυνερίζεται / να ξεσυνεριστείνα ξεσυνεριζόμαστε / να ξεσυνεριστούμενα ξεσυνερίζεστε / να ξεσυνεριστείτενα ξεσυνερίζονται / να ξεσυνεριστούν / να ξεσυνεριστούνε
Προστακτική—ξεσυνερίζου / ξεσυνερίσου——ξεσυνερίζεστε / ξεσυνεριστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →