ξεσφίγγω
•
- λασκάρω, μειώνω το σφίξιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσφίγγω < ξε- + σφίγγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσφίγγω | ξεσφίγγεις | ξεσφίγγει | ξεσφίγγουμε | ξεσφίγγετε | ξεσφίγγουν / ξεσφίγγουνε |
| Παρατατικός | ξέσφιγγα | ξέσφιγγες | ξέσφιγγε | ξεσφίγγαμε | ξεσφίγγατε | ξέσφιγγαν / ξεσφίγγαν / ξεσφίγγανε |
| Αόριστος | ξέσφιξα | ξέσφιξες | ξέσφιξε | ξεσφίξαμε | ξεσφίξατε | ξέσφιξαν / ξεσφίξαν / ξεσφίξανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσφίγγω / θα ξεσφίξω | θα ξεσφίγγεις / θα ξεσφίξεις | θα ξεσφίγγει / θα ξεσφίξει | θα ξεσφίγγουμε / θα ξεσφίξουμε | θα ξεσφίγγετε / θα ξεσφίξετε | θα ξεσφίγγουν / θα ξεσφίγγουνε / θα ξεσφίξουν / θα ξεσφίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσφίξει | έχεις ξεσφίξει | έχει ξεσφίξει | έχουμε ξεσφίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσφίξει | είχες ξεσφίξει | είχε ξεσφίξει | είχαμε ξεσφίξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσφίξει / να ξεσφίγγω / να ξεσφίξω | να έχεις ξεσφίξει / να ξεσφίγγεις / να ξεσφίξεις | να έχει ξεσφίξει / να ξεσφίγγει / να ξεσφίξει | να έχουμε ξεσφίξει / να ξεσφίγγουμε / να ξεσφίξουμε | να ξεσφίγγετε / να ξεσφίξετε | να ξεσφίγγουν / να ξεσφίγγουνε / να ξεσφίξουν / να ξεσφίξουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεσφιγμένο / ξέσφιγγε / ξέσφιξε | — | — | ξεσφίγγετε / ξεσφίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →