σφίγγω
•
- πιάνω κάτι και το κρατώ δυνατά ώστε να μην μπορεί να κινηθεί Βικιλεξικό
- Ήθελα να την αγκαλιάσω, να την σφίξω πάνω μου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- στρέφω κάτι ή το μαζεύω ώστε να μην είναι χαλαρό Βικιλεξικό
- σφίγγω μια βίδα, σφίγγω τη θηλειά
- Αυτός κατάλαβε πως πήγαινε στο καμαρίνι της για ν' αλλάξει: ίσως την έσφιγγε η ζαρτιέρα της ή το σουτιέν. (Βασίλης Βασιλικός, Ο Ευρωπέος και η ωραία του υπερπέραν, συναισθηματικο οδοιπορικό, εκδοτ. Οργανισμός Λιβάνη "Νέα Σύνορα", 1999)
- μεταφορικάασκώ έντονη πίεση σε κάποιον, πιέζω Βικιλεξικό
- Ο τρόμος τής έσφιγγε το λαιμό και δεν μπορούσε ν' ανασάνει. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
Ετυμολογία
σφίγγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σφίγγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σφίγγω | σφίγγεις | σφίγγει | σφίγγουμε | σφίγγετε | σφίγγουν / σφίγγουνε |
| Παρατατικός | έσφιγγα | έσφιγγες | έσφιγγε | σφίγγαμε | σφίγγατε | έσφιγγαν / σφίγγαν / σφίγγανε |
| Αόριστος | έσφιξα | έσφιξες | έσφιξε | σφίξαμε | σφίξατε | έσφιξαν / σφίξαν / σφίξανε |
| Μέλλοντας | θα σφίγγω / θα σφίξω | θα σφίγγεις / θα σφίξεις | θα σφίγγει / θα σφίξει | θα σφίγγουμε / θα σφίξουμε | θα σφίγγετε / θα σφίξετε | θα σφίγγουν / θα σφίγγουνε / θα σφίξουν / θα σφίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω σφίξει | έχεις σφίξει | έχει σφίξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σφίξει | είχες σφίξει | είχε σφίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σφίξει / να σφίγγω / να σφίξω | να έχεις σφίξει / να σφίγγεις / να σφίξεις | να έχει σφίξει / να σφίγγει / να σφίξει | να σφίγγουμε / να σφίξουμε | να σφίγγετε / να σφίξετε | να σφίγγουν / να σφίγγουνε / να σφίξουν / να σφίξουνε |
| Προστακτική | — | έχε σφιγμένο / σφίγγε / σφίξε | — | — | σφίγγετε / σφίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →