Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφίγγω

/ˈsfiŋ.ɡo/ρήμα
•
  1. πιάνω κάτι και το κρατώ δυνατά ώστε να μην μπορεί να κινηθεί Βικιλεξικό
    • Ήθελα να την αγκαλιάσω, να την σφίξω πάνω μου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
  2. στρέφω κάτι ή το μαζεύω ώστε να μην είναι χαλαρό Βικιλεξικό
    • σφίγγω μια βίδα, σφίγγω τη θηλειά
    • Αυτός κατάλαβε πως πήγαινε στο καμαρίνι της για ν' αλλάξει: ίσως την έσφιγγε η ζαρτιέρα της ή το σουτιέν. (Βασίλης Βασιλικός, Ο Ευρωπέος και η ωραία του υπερπέραν, συναισθηματικο οδοιπορικό, εκδοτ. Οργανισμός Λιβάνη "Νέα Σύνορα", 1999)
  3. μεταφορικάασκώ έντονη πίεση σε κάποιον, πιέζω Βικιλεξικό
    • Ο τρόμος τής έσφιγγε το λαιμό και δεν μπορούσε ν' ανασάνει. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)

Ετυμολογία

σφίγγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σφίγγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσφίγγωσφίγγειςσφίγγεισφίγγουμεσφίγγετεσφίγγουν / σφίγγουνε
Παρατατικόςέσφιγγαέσφιγγεςέσφιγγεσφίγγαμεσφίγγατεέσφιγγαν / σφίγγαν / σφίγγανε
Αόριστοςέσφιξαέσφιξεςέσφιξεσφίξαμεσφίξατεέσφιξαν / σφίξαν / σφίξανε
Μέλλονταςθα σφίγγω / θα σφίξωθα σφίγγεις / θα σφίξειςθα σφίγγει / θα σφίξειθα σφίγγουμε / θα σφίξουμεθα σφίγγετε / θα σφίξετεθα σφίγγουν / θα σφίγγουνε / θα σφίξουν / θα σφίξουνε
Παρακείμενοςέχω σφίξειέχεις σφίξειέχει σφίξει———
Υπερσυντέλικοςείχα σφίξειείχες σφίξειείχε σφίξει———
Υποτακτικήνα έχω σφίξει / να σφίγγω / να σφίξωνα έχεις σφίξει / να σφίγγεις / να σφίξειςνα έχει σφίξει / να σφίγγει / να σφίξεινα σφίγγουμε / να σφίξουμενα σφίγγετε / να σφίξετενα σφίγγουν / να σφίγγουνε / να σφίξουν / να σφίξουνε
Προστακτική—έχε σφιγμένο / σφίγγε / σφίξε——σφίγγετε / σφίξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →