ξεσχίζω
•
- κόβω με μανία σε κομμάτια, κουρελιάζω, κομματιάζω σε λωρίδες Βικιλεξικό
- Το λεοντάρι ξεσχίζει' το θήραμά του Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαλύω τους αντιπάλους μου σε επιδόσεις Βικιλεξικό
- Ξέσκισα στο διαγώνισμα - Ξέσκισε ο Παναθηναϊκός
- μεσοπαθητικό: σχίζομαι, τραυματίζομαι ελαφρά Βικιλεξικό
- Ξεσχίστηκα στους θάμνους, έπρεπε να πάω από το άλλο μονοπάτι
- μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) κουράζομαι, δουλεύω εντατικά Βικιλεξικό
- Ξεσχίζομαι στη δουλειά για ένα μισθό εξευτελιστικό
- μεσοπαθητικό: (μεταφορικά) και (λαϊκότροπο) υπερβάλω σε μια απόλαυση, π.χ. κάνω έρωτα επί πολλή ώρα και σχετικά πιο βίαια από το μέσο όρο Βικιλεξικό
- ξεσχιστήκαμε στο φαϊ
Ετυμολογία
ξεσχίζω < μεσαιωνική ελληνική λέξη από τον αόριστο ἐξέσχισα ή τον παρατατικό ἐξέσχιζον του ελληνιστικού ἐκσχίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσχίζω | ξεσχίζεις | ξεσχίζει | ξεσχίζουμε | ξεσχίζετε | ξεσχίζουν / ξεσχίζουνε |
| Παρατατικός | ξέσχιζα | ξέσχιζες | ξέσχιζε | ξεσχίζαμε | ξεσχίζατε | ξέσχιζαν / ξεσχίζαν / ξεσχίζανε |
| Αόριστος | ξέσχισα | ξέσχισες | ξέσχισε | ξεσχίσαμε | ξεσχίσατε | ξέσχισαν / ξεσχίσαν / ξεσχίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσχίζω / θα ξεσχίσω | θα ξεσχίζεις / θα ξεσχίσεις | θα ξεσχίζει / θα ξεσχίσει | θα ξεσχίζουμε / θα ξεσχίσουμε | θα ξεσχίζετε / θα ξεσχίσετε | θα ξεσχίζουν / θα ξεσχίζουνε / θα ξεσχίσουν / θα ξεσχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσχίσει | έχεις ξεσχίσει | έχει ξεσχίσει | έχουμε ξεσχίσει | έχετε ξεσχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσχίσει | είχες ξεσχίσει | είχε ξεσχίσει | είχαμε ξεσχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσχίσει / να ξεσχίζω / να ξεσχίσω | να έχεις ξεσχίσει / να ξεσχίζεις / να ξεσχίσεις | να έχει ξεσχίσει / να ξεσχίζει / να ξεσχίσει | να έχουμε ξεσχίσει / να ξεσχίζουμε / να ξεσχίσουμε | να έχετε ξεσχίσει / να ξεσχίζετε / να ξεσχίσετε | να ξεσχίζουν / να ξεσχίζουνε / να ξεσχίσουν / να ξεσχίσουνε |
| Προστακτική | — | ξέσχιζε / ξέσχισε | — | — | ξεσχίζετε / ξεσχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →