σπαράζω
•
- έχω σπασμούς Βικιλεξικό
- σφαδάζω απ' τον πόνο (ψυχικό ή φυσικό) Βικιλεξικό
- τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
- κλαίω ηχηρά Βικιλεξικό
- παρωχημένοκατακερματίζω Βικιλεξικό
- Ο άνδρας της σκοτωμένης όρμησε τότε να σπαράξει με τα χέρια του τον ένοχο, οι χωροφύλακες όμως τον προστάτεψαν. (Παύλος Νιρβάνας Ιστορία ενός εγκλήματος [διήγημα])
Ετυμολογία
σπαράζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπαράζω | σπαράζεις | σπαράζει | σπαράζουμε | σπαράζετε | σπαράζουν / σπαράζουνε |
| Παρατατικός | σπάραζα | σπάραζες | σπάραζε | σπαράζαμε | σπαράζατε | σπάραζαν / σπαράζαν / σπαράζανε |
| Αόριστος | σπάραξα | σπάραξες | σπάραξε | σπαράξαμε | σπαράξατε | σπάραξαν / σπαράξαν / σπαράξανε |
| Μέλλοντας | θα σπαράζω / θα σπαράξω | θα σπαράζεις / θα σπαράξεις | θα σπαράζει / θα σπαράξει | θα σπαράζουμε / θα σπαράξουμε | θα σπαράζετε / θα σπαράξετε | θα σπαράζουν / θα σπαράζουνε / θα σπαράξουν / θα σπαράξουνε |
| Παρακείμενος | έχω σπαράξει | έχεις σπαράξει | έχει σπαράξει | έχουμε σπαράξει | έχετε σπαράξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπαράξει | είχες σπαράξει | είχε σπαράξει | είχαμε σπαράξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπαράξει / να σπαράζω / να σπαράξω | να έχεις σπαράξει / να σπαράζεις / να σπαράξεις | να έχει σπαράξει / να σπαράζει / να σπαράξει | να έχουμε σπαράξει / να σπαράζουμε / να σπαράξουμε | να έχετε σπαράξει / να σπαράζετε / να σπαράξετε | να σπαράζουν / να σπαράζουνε / να σπαράξουν / να σπαράξουνε |
| Προστακτική | — | σπάραζε / σπάραξε | — | — | σπαράζετε / σπαράξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →