Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπαράζω

ρήμα
•
  1. έχω σπασμούς Βικιλεξικό
  2. σφαδάζω απ' τον πόνο (ψυχικό ή φυσικό) Βικιλεξικό
    • τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
  3. κλαίω ηχηρά Βικιλεξικό
  4. παρωχημένοκατακερματίζω Βικιλεξικό
    • Ο άνδρας της σκοτωμένης όρμησε τότε να σπαράξει με τα χέρια του τον ένοχο, οι χωροφύλακες όμως τον προστάτεψαν. (Παύλος Νιρβάνας Ιστορία ενός εγκλήματος [διήγημα])

Ετυμολογία

σπαράζω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσπαράζωσπαράζειςσπαράζεισπαράζουμεσπαράζετεσπαράζουν / σπαράζουνε
Παρατατικόςσπάραζασπάραζεςσπάραζεσπαράζαμεσπαράζατεσπάραζαν / σπαράζαν / σπαράζανε
Αόριστοςσπάραξασπάραξεςσπάραξεσπαράξαμεσπαράξατεσπάραξαν / σπαράξαν / σπαράξανε
Μέλλονταςθα σπαράζω / θα σπαράξωθα σπαράζεις / θα σπαράξειςθα σπαράζει / θα σπαράξειθα σπαράζουμε / θα σπαράξουμεθα σπαράζετε / θα σπαράξετεθα σπαράζουν / θα σπαράζουνε / θα σπαράξουν / θα σπαράξουνε
Παρακείμενοςέχω σπαράξειέχεις σπαράξειέχει σπαράξειέχουμε σπαράξειέχετε σπαράξει—
Υπερσυντέλικοςείχα σπαράξειείχες σπαράξειείχε σπαράξειείχαμε σπαράξει——
Υποτακτικήνα έχω σπαράξει / να σπαράζω / να σπαράξωνα έχεις σπαράξει / να σπαράζεις / να σπαράξειςνα έχει σπαράξει / να σπαράζει / να σπαράξεινα έχουμε σπαράξει / να σπαράζουμε / να σπαράξουμενα έχετε σπαράξει / να σπαράζετε / να σπαράξετενα σπαράζουν / να σπαράζουνε / να σπαράξουν / να σπαράξουνε
Προστακτική—σπάραζε / σπάραξε——σπαράζετε / σπαράξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →