ξεφλουδίζομαι
•
- χάνω την ανώτερη στοιβάδα του δέρματος σε ορισμένες περιοχές λόγω εγκαύματος από τον ήλιο ή εξαιτίας δερματολογικής πάθησης (όμως εκφέρεται και με το ξεφλουδίζω) Βικιλεξικό
- χάνω το λεπτό εξωτερικό μου περίβλημα, τη φλούδα Βικιλεξικό
- Ο ανανάς δεν ξεφλουδίζεται, για αχλάδι τον πέρασες; Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφλουδίζομαι < ξεφλουδίζω < ξε και φλούδα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →