ξεφορμάρω
•
- βγάζω κάτι από τη φόρμα, π.χ. γλυκό Βικιλεξικό
- χαλάω το αρχικό σχήμα ενός αντικειμένου για να του δώσω νέο ή να το επιδιορθώσω (π.χ. παλιότερα τα ανδρικά καπέλα) Βικιλεξικό
- καθαρίζω τη σόλα παπουτσιού για την επιδιόρθωση ή κατασκευή υποδήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφορμάρω < ξε και φόρμα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφορμάρω | ξεφορμάρεις | ξεφορμάρει | ξεφορμάρουμε | ξεφορμάρετε | ξεφορμάρουν / ξεφορμάρουνε |
| Παρατατικός | ξεφόρμαρα | ξεφόρμαρες | ξεφόρμαρε | ξεφορμάραμε | ξεφορμάρατε | ξεφορμάραν / ξεφορμάρανε / ξεφόρμαραν |
| Αόριστος | ξεφορμάρισα | ξεφορμάρισες | ξεφορμάρισε | ξεφορμάραμε | ξεφορμάρατε | ξεφορμάραν / ξεφορμάρανε / ξεφορμάρισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεφορμάρω | θα ξεφορμάρεις | θα ξεφορμάρει | θα ξεφορμάρουμε | θα ξεφορμάρετε | θα ξεφορμάρουν / θα ξεφορμάρουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφορμάρει | έχεις ξεφορμάρει | έχει ξεφορμάρει | έχουμε ξεφορμάρει | έχετε ξεφορμάρει | έχουν ξεφορμάρει |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφορμάρει | είχες ξεφορμάρει | είχε ξεφορμάρει | είχαμε ξεφορμάρει | είχατε ξεφορμάρει | είχαν ξεφορμάρει |
| Υποτακτική | να έχω ξεφορμάρει / να ξεφορμάρω | να έχεις ξεφορμάρει / να ξεφορμάρεις | να έχει ξεφορμάρει / να ξεφορμάρει | να έχουμε ξεφορμάρει / να ξεφορμάρουμε | να έχετε ξεφορμάρει / να ξεφορμάρετε | να έχουν ξεφορμάρει / να ξεφορμάρουν / να ξεφορμάρουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεφορμαρισμένο / ξεφορμάρισε / ξεφόρμαρε | — | — | έχετε ξεφορμαρισμένο / ξεφορμάρετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →