Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεφορμάρω

ρήμα
•
  1. βγάζω κάτι από τη φόρμα, π.χ. γλυκό Βικιλεξικό
  2. χαλάω το αρχικό σχήμα ενός αντικειμένου για να του δώσω νέο ή να το επιδιορθώσω (π.χ. παλιότερα τα ανδρικά καπέλα) Βικιλεξικό
  3. καθαρίζω τη σόλα παπουτσιού για την επιδιόρθωση ή κατασκευή υποδήματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεφορμάρω < ξε και φόρμα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεφορμάρωξεφορμάρειςξεφορμάρειξεφορμάρουμεξεφορμάρετεξεφορμάρουν / ξεφορμάρουνε
Παρατατικόςξεφόρμαραξεφόρμαρεςξεφόρμαρεξεφορμάραμεξεφορμάρατεξεφορμάραν / ξεφορμάρανε / ξεφόρμαραν
Αόριστοςξεφορμάρισαξεφορμάρισεςξεφορμάρισεξεφορμάραμεξεφορμάρατεξεφορμάραν / ξεφορμάρανε / ξεφορμάρισαν
Μέλλονταςθα ξεφορμάρωθα ξεφορμάρειςθα ξεφορμάρειθα ξεφορμάρουμεθα ξεφορμάρετεθα ξεφορμάρουν / θα ξεφορμάρουνε
Παρακείμενοςέχω ξεφορμάρειέχεις ξεφορμάρειέχει ξεφορμάρειέχουμε ξεφορμάρειέχετε ξεφορμάρειέχουν ξεφορμάρει
Υπερσυντέλικοςείχα ξεφορμάρειείχες ξεφορμάρειείχε ξεφορμάρειείχαμε ξεφορμάρειείχατε ξεφορμάρειείχαν ξεφορμάρει
Υποτακτικήνα έχω ξεφορμάρει / να ξεφορμάρωνα έχεις ξεφορμάρει / να ξεφορμάρειςνα έχει ξεφορμάρει / να ξεφορμάρεινα έχουμε ξεφορμάρει / να ξεφορμάρουμενα έχετε ξεφορμάρει / να ξεφορμάρετενα έχουν ξεφορμάρει / να ξεφορμάρουν / να ξεφορμάρουνε
Προστακτική—έχε ξεφορμαρισμένο / ξεφορμάρισε / ξεφόρμαρε——έχετε ξεφορμαρισμένο / ξεφορμάρετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →