ξεφορτώνω
•
- μεταβατικόβγάζω από κάποιο μεταφορικό μέσο το φορτίο του Βικιλεξικό
- ευτυχώς που με βοήθησε και ξεφορτώσαμε γρήγορα το αμάξι γιατί δεν θα προλάβαινα να πάω έγκαιρα στη δουλειά
- μεταβατικόαπαλλάσσω κάποιον, μερικά ή συνολικά, από το υλικό φορτίο που κουβαλάει Βικιλεξικό
- αμετάβατοαπαλλάσσομαι από κάτι που με ενοχλεί, που το θεωρώ βάρος υλικό ή ψυχικό Βικιλεξικό
- προσπαθούσα τρεις βδομάδες να ξεφορτωθώ από αυτές τις μετοχές
- είχα ξεφορτωθεί το δύο καρό στην προηγούμενη γύρα
Ετυμολογία
ξεφορτώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφορτώνω | ξεφορτώνεις | ξεφορτώνει | ξεφορτώνουμε | ξεφορτώνετε | ξεφορτώνουν / ξεφορτώνουνε |
| Παρατατικός | ξεφόρτωνα | ξεφόρτωνες | ξεφόρτωνε | ξεφορτώναμε | ξεφορτώνατε | ξεφορτώναν / ξεφορτώνανε / ξεφόρτωναν |
| Αόριστος | ξεφόρτωσα | ξεφόρτωσες | ξεφόρτωσε | ξεφορτώσαμε | ξεφορτώσατε | ξεφορτώσαν / ξεφορτώσανε / ξεφόρτωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξεφορτώνω / θα ξεφορτώσω | θα ξεφορτώνεις / θα ξεφορτώσεις | θα ξεφορτώνει / θα ξεφορτώσει | θα ξεφορτώνουμε / θα ξεφορτώσουμε | θα ξεφορτώνετε / θα ξεφορτώσετε | θα ξεφορτώνουν / θα ξεφορτώνουνε / θα ξεφορτώσουν / θα ξεφορτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφορτώσει | έχεις ξεφορτώσει | έχει ξεφορτώσει | έχουμε ξεφορτώσει | έχετε ξεφορτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφορτώσει | είχες ξεφορτώσει | είχε ξεφορτώσει | είχαμε ξεφορτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφορτώσει / να ξεφορτώνω / να ξεφορτώσω | να έχεις ξεφορτώσει / να ξεφορτώνεις / να ξεφορτώσεις | να έχει ξεφορτώσει / να ξεφορτώνει / να ξεφορτώσει | να έχουμε ξεφορτώσει / να ξεφορτώνουμε / να ξεφορτώσουμε | να έχετε ξεφορτώσει / να ξεφορτώνετε / να ξεφορτώσετε | να ξεφορτώνουν / να ξεφορτώνουνε / να ξεφορτώσουν / να ξεφορτώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεφόρτωνε / ξεφόρτωσε | — | — | ξεφορτώνετε / ξεφορτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →