Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεφόρτωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η εκφόρτωση αντικειμένων, η μετακίνηση στο έδαφος ενός βάρους ή συσκευασίας ή γενικά φορτίων από το μεταφορικό μέσο στο οποίο βρίσκονται Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη απαλλαγή από υλικό βάρος ή κάτι ανεπιθύμητο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεφόρτωμα < ξεφορτώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεφόρτωμαξεφορτώματα
Γενικήξεφορτώματοςξεφορτωμάτων
Αιτιατικήξεφόρτωμαξεφορτώματα
Κλητικήξεφόρτωμαξεφορτώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →