ξεφόρτωμα
•
- η εκφόρτωση αντικειμένων, η μετακίνηση στο έδαφος ενός βάρους ή συσκευασίας ή γενικά φορτίων από το μεταφορικό μέσο στο οποίο βρίσκονται Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη απαλλαγή από υλικό βάρος ή κάτι ανεπιθύμητο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφόρτωμα < ξεφορτώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεφόρτωμα | ξεφορτώματα |
| Γενική | ξεφορτώματος | ξεφορτωμάτων |
| Αιτιατική | ξεφόρτωμα | ξεφορτώματα |
| Κλητική | ξεφόρτωμα | ξεφορτώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →