ξεφτίζω
•
- μεταβατικόδιαλύω κάτι σε ξέφτια, ξηλώνω Βικιλεξικό
- αμετάβατοδιαλύομαι κάτι σε ξέφτια, ξηλώνομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποβιβάζω κάτι, μειώνω την αξία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφτίζω < αρχαία ελληνική ἐκπτύω < πτύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφτίζω | ξεφτίζεις | ξεφτίζει | ξεφτίζουμε | ξεφτίζετε | ξεφτίζουν / ξεφτίζουνε |
| Παρατατικός | ξέφτιζα | ξέφτιζες | ξέφτιζε | ξεφτίζαμε | ξεφτίζατε | ξέφτιζαν / ξεφτίζαν / ξεφτίζανε |
| Αόριστος | ξέφτισα | ξέφτισες | ξέφτισε | ξεφτίσαμε | ξεφτίσατε | ξέφτισαν / ξεφτίσαν / ξεφτίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεφτίζω / θα ξεφτίσω | θα ξεφτίζεις / θα ξεφτίσεις | θα ξεφτίζει / θα ξεφτίσει | θα ξεφτίζουμε / θα ξεφτίσουμε | θα ξεφτίζετε / θα ξεφτίσετε | θα ξεφτίζουν / θα ξεφτίζουνε / θα ξεφτίσουν / θα ξεφτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφτίσει | έχεις ξεφτίσει | έχει ξεφτίσει | έχουμε ξεφτίσει | έχετε ξεφτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφτίσει | είχες ξεφτίσει | είχε ξεφτίσει | είχαμε ξεφτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφτίσει / να ξεφτίζω / να ξεφτίσω | να έχεις ξεφτίσει / να ξεφτίζεις / να ξεφτίσεις | να έχει ξεφτίσει / να ξεφτίζει / να ξεφτίσει | να έχουμε ξεφτίσει / να ξεφτίζουμε / να ξεφτίσουμε | να έχετε ξεφτίσει / να ξεφτίζετε / να ξεφτίσετε | να ξεφτίζουν / να ξεφτίζουνε / να ξεφτίσουν / να ξεφτίσουνε |
| Προστακτική | — | ξέφτιζε / ξέφτισε | — | — | ξεφτίζετε / ξεφτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →