ξεφτίλας
•
- λαϊκότροποεξευτελισμένος Βικιλεξικό
- Μα τι ξεφτίλας που είναι! δε ντρέπεται λιγάκι...
Ετυμολογία
ξεφτίλας < ξεφτίλ(α) θηλυκό + -ας < ξεφτιλίζω < εξευτελίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεφτίλας | ξεφτίλες |
| Γενική | ξεφτίλα | — |
| Αιτιατική | ξεφτίλα | ξεφτίλες |
| Κλητική | ξεφτίλα | ξεφτίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →