ξεφτιλίζω
•
- εκμηδενίζω την αξία κάποιου Βικιλεξικό
- Ο πληθωρισμός έχει ξεφτιλίσει τελείως το χρήμα.
- με την συμπεριφορά μου προκαλώ την ηθική μείωση, ταπείνωση ενός προσώπου Βικιλεξικό
- Άρχισε να φωνάζει και να τον κατηγορεί μπροστά σε όλο τον κόσμο. Τον ξεφτίλισε τελείως.
- μεθώ κάποιον άγρια Βικιλεξικό
- αθλητισμόςδιασύρω αντίπαλη ομάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφτιλίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω, με σίγηση του αρκτικού άτονου [e] και με αφομοίωση του [e] [i] ([teli] > [tili]). Βάσει της ετυμολόγησης αυτής προτιμάται η γραφή ξευτιλίζω. : Η ετυμολόγηση από το ξεφιτιλίζω, όπως στο ΛΚΝ, ( < ξε- + φιτίλι) με συγκοπή του άτονου < ι > (βγάζω το φιτίλι από το λυχνάρι) είναι σημασιολογικά απίθανη και απορρίπτεται από άλλους γλωσσολόγους όπως ο Μπαμπινιώτης, ο οποίος την χαρακτηρίζει «σημασιολογικά ανερμήνευτη».
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφτιλίζω | ξεφτιλίζεις | ξεφτιλίζει | ξεφτιλίζουμε | ξεφτιλίζετε | ξεφτιλίζουν / ξεφτιλίζουνε |
| Παρατατικός | ξεφτίλιζα | ξεφτίλιζες | ξεφτίλιζε | ξεφτιλίζαμε | ξεφτιλίζατε | ξεφτίλιζαν / ξεφτιλίζαν / ξεφτιλίζανε |
| Αόριστος | ξεφτίλισα | ξεφτίλισες | ξεφτίλισε | ξεφτιλίσαμε | ξεφτιλίσατε | ξεφτίλισαν / ξεφτιλίσαν / ξεφτιλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεφτιλίζω / θα ξεφτιλίσω | θα ξεφτιλίζεις / θα ξεφτιλίσεις | θα ξεφτιλίζει / θα ξεφτιλίσει | θα ξεφτιλίζουμε / θα ξεφτιλίσουμε | θα ξεφτιλίζετε / θα ξεφτιλίσετε | θα ξεφτιλίζουν / θα ξεφτιλίζουνε / θα ξεφτιλίσουν / θα ξεφτιλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφτιλίσει | έχεις ξεφτιλίσει | έχει ξεφτιλίσει | έχουμε ξεφτιλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφτιλίσει | είχες ξεφτιλίσει | είχε ξεφτιλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφτιλίσει / να ξεφτιλίζω / να ξεφτιλίσω | να έχεις ξεφτιλίσει / να ξεφτιλίζεις / να ξεφτιλίσεις | να έχει ξεφτιλίσει / να ξεφτιλίζει / να ξεφτιλίσει | να έχουμε ξεφτιλίσει / να ξεφτιλίζουμε / να ξεφτιλίσουμε | να ξεφτιλίζετε / να ξεφτιλίσετε | να ξεφτιλίζουν / να ξεφτιλίζουνε / να ξεφτιλίσουν / να ξεφτιλίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεφτίλιζε / ξεφτίλισε | — | — | ξεφτιλίζετε / ξεφτιλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεφτιλίστηκαξεφτιλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →