ξεχορτάριασμα
•
- βοτανικήη διαδικασία του ξεχορταριάζω, η αφαίρεση και το καθάρισμα των ξερών ή χλωρών χόρτων ή αγριόχορτων και ζιζανίων από έκταση (που καλλιεργείται ή πρόκειται να καλλιεργηθεί) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχορτάριασμα < ξεχορταριάζω, ξεχορταριασ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεχορτάριασμα | ξεχορταριάσματα |
| Γενική | ξεχορταριάσματος | ξεχορταριασμάτων |
| Αιτιατική | ξεχορτάριασμα | ξεχορταριάσματα |
| Κλητική | ξεχορτάριασμα | ξεχορταριάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →