ξεχορταριάζω
•
- καθαρίζω από αυτοφυή χόρτα μια έκταση γης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχορταριάζω < ξε- + χορταριάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεχορταριάζω | ξεχορταριάζεις | ξεχορταριάζει | ξεχορταριάζουμε | ξεχορταριάζετε | ξεχορταριάζουν / ξεχορταριάζουνε |
| Παρατατικός | ξεχορτάριαζα | ξεχορτάριαζες | ξεχορτάριαζε | ξεχορταριάζαμε | ξεχορταριάζατε | ξεχορτάριαζαν / ξεχορταριάζαν / ξεχορταριάζανε |
| Αόριστος | ξεχορτάριασα | ξεχορτάριασες | ξεχορτάριασε | ξεχορταριάσαμε | ξεχορταριάσατε | ξεχορτάριασαν / ξεχορταριάσαν / ξεχορταριάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεχορταριάζω / θα ξεχορταριάσω | θα ξεχορταριάζεις / θα ξεχορταριάσεις | θα ξεχορταριάζει / θα ξεχορταριάσει | θα ξεχορταριάζουμε / θα ξεχορταριάσουμε | θα ξεχορταριάζετε / θα ξεχορταριάσετε | θα ξεχορταριάζουν / θα ξεχορταριάζουνε / θα ξεχορταριάσουν / θα ξεχορταριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεχορταριάσει | έχεις ξεχορταριάσει | έχει ξεχορταριάσει | έχουμε ξεχορταριάσει | έχετε ξεχορταριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεχορταριάσει | είχες ξεχορταριάσει | είχε ξεχορταριάσει | είχαμε ξεχορταριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεχορταριάσει / να ξεχορταριάζω / να ξεχορταριάσω | να έχεις ξεχορταριάσει / να ξεχορταριάζεις / να ξεχορταριάσεις | να έχει ξεχορταριάσει / να ξεχορταριάζει / να ξεχορταριάσει | να έχουμε ξεχορταριάσει / να ξεχορταριάζουμε / να ξεχορταριάσουμε | να έχετε ξεχορταριάσει / να ξεχορταριάζετε / να ξεχορταριάσετε | να ξεχορταριάζουν / να ξεχορταριάζουνε / να ξεχορταριάσουν / να ξεχορταριάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεχορτάριαζε / ξεχορτάριασε | — | — | ξεχορταριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεχορταριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →