ξεχώνω
•
- λαϊκότροποξεθάβω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποξεθάβω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχώνω < ξε- + χώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεχώνω | ξεχώνεις | ξεχώνει | ξεχώνουμε | ξεχώνετε | ξεχώνουν / ξεχώνουνε |
| Παρατατικός | ξέχωνα | ξέχωνες | ξέχωνε | ξεχώναμε | ξεχώνατε | ξέχωναν / ξεχώναν / ξεχώνανε |
| Αόριστος | ξέχωσα | ξέχωσες | ξέχωσε | ξεχώσαμε | ξεχώσατε | ξέχωσαν / ξεχώσαν / ξεχώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεχώνω / θα ξεχώσω | θα ξεχώνεις / θα ξεχώσεις | θα ξεχώνει / θα ξεχώσει | θα ξεχώνουμε / θα ξεχώσουμε | θα ξεχώνετε / θα ξεχώσετε | θα ξεχώνουν / θα ξεχώνουνε / θα ξεχώσουν / θα ξεχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεχώσει | έχεις ξεχώσει | έχει ξεχώσει | έχουμε ξεχώσει | έχετε ξεχώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεχώσει | είχες ξεχώσει | είχε ξεχώσει | είχαμε ξεχώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεχώσει / να ξεχώνω / να ξεχώσω | να έχεις ξεχώσει / να ξεχώνεις / να ξεχώσεις | να έχει ξεχώσει / να ξεχώνει / να ξεχώσει | να έχουμε ξεχώσει / να ξεχώνουμε / να ξεχώσουμε | να έχετε ξεχώσει / να ξεχώνετε / να ξεχώσετε | να ξεχώνουν / να ξεχώνουνε / να ξεχώσουν / να ξεχώσουνε |
| Προστακτική | — | ξέχωνε / ξέχωσε | — | — | ξεχώνετε / ξεχώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →