ξεψυχώ
•
- πεθαίνω κυριολεκτικά Βικιλεξικό
- ...και ο πιο μεγάλος γιος, που πάντα περισσότερο τον αγαπούσε, εκόλλησε τα χείλια του έως ότου κείνος ξεψύχησε και τον τράβηξαν με τη βία. (Βέρθερος, Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε)
- πεθαίνω με τη μεταφορική έννοια, φθείρομαι, βρίσκομαι σε φάση παρακμής , σβήνω Βικιλεξικό
- -Θεός σχωρέσ' τονε! Πίνανε κάμποσην ώραν αμίλητοι. Πού και πού ένα τραγουδάκι ανέβαινε ως τα χείλια κανενός και ξεψυχούσε. Δεν ήτανε ημέρα σήμερα για τραγούδια. (Παύλος Νιρβάνας)
- Πούνε τα μπερικέτια τα παληά; Πάει, πέθανε το νησί μας, ξεψύχησε. Βγήκαν τα σκουλήκια να το φάνε. Ανθρώπινα σκουλήκια. Όλο τρώνε κι' όλο πεινάνε...
Ετυμολογία
ξεψυχώ < μεσαιωνικό ρήμα ἐξεψυχῶ < από τον αόριστο ἐξέψυχα του ελληνιστικού ἐκψύχω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →