ξημερώνω
•
- αμετάβατοπερνώ όλη τη νύχτα χωρίς να κοιμηθώ Βικιλεξικό
- (κατ’ επέκταση) καθυστερώ πολύ
- Άντε να φύγουμε επιτέλους γιατί ξημερώσαμε εδώ πέρα.
- μεταβατικόκάνω κάποιον να μείνει άγρυπνος μέχρι το ξημέρωμα Βικιλεξικό
- (κατ’ επέκταση) προκαλώ σε κάποιον μεγάλη καθυστέρηση
- Μας ξημέρωσε με την πολυλογία του.
- στο γ' ενικόξημερώνει Βικιλεξικό
- στο γ' ενικόξημερώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξημερώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξημερώνω < ἐξημερώνω < ἐξ- + αρχαία ελληνική ἡμέρα + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξημερώνω | ξημερώνεις | ξημερώνει | ξημερώνουμε | ξημερώνετε | ξημερώνουν / ξημερώνουνε |
| Παρατατικός | ξημέρωνα | ξημέρωνες | ξημέρωνε | ξημερώναμε | ξημερώνατε | ξημέρωναν / ξημερώναν / ξημερώνανε |
| Αόριστος | ξημέρωσα | ξημέρωσες | ξημέρωσε | ξημερώσαμε | ξημερώσατε | ξημέρωσαν / ξημερώσαν / ξημερώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξημερώνω / θα ξημερώσω | θα ξημερώνεις / θα ξημερώσεις | θα ξημερώνει / θα ξημερώσει | θα ξημερώνουμε / θα ξημερώσουμε | θα ξημερώνετε / θα ξημερώσετε | θα ξημερώνουν / θα ξημερώνουνε / θα ξημερώσουν / θα ξημερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξημερώσει | έχεις ξημερώσει | έχει ξημερώσει | έχουμε ξημερώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξημερώσει | είχες ξημερώσει | είχε ξημερώσει | είχαμε ξημερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξημερώσει / να ξημερώνω / να ξημερώσω | να έχεις ξημερώσει / να ξημερώνεις / να ξημερώσεις | να έχει ξημερώσει / να ξημερώνει / να ξημερώσει | να έχουμε ξημερώσει / να ξημερώνουμε / να ξημερώσουμε | να ξημερώνετε / να ξημερώσετε | να ξημερώνουν / να ξημερώνουνε / να ξημερώσουν / να ξημερώσουνε |
| Προστακτική | — | ξημέρωνε / ξημέρωσε | — | — | ξημερώνετε / ξημερώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξημερώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →