Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξημερώνω

ρήμα
•
  1. αμετάβατοπερνώ όλη τη νύχτα χωρίς να κοιμηθώ Βικιλεξικό
    • (κατ’ επέκταση) καθυστερώ πολύ
    • Άντε να φύγουμε επιτέλους γιατί ξημερώσαμε εδώ πέρα.
  2. μεταβατικόκάνω κάποιον να μείνει άγρυπνος μέχρι το ξημέρωμα Βικιλεξικό
    • (κατ’ επέκταση) προκαλώ σε κάποιον μεγάλη καθυστέρηση
    • Μας ξημέρωσε με την πολυλογία του.
  3. στο γ' ενικόξημερώνει Βικιλεξικό
  4. στο γ' ενικόξημερώνει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξημερώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξημερώνω < ἐξημερώνω < ἐξ- + αρχαία ελληνική ἡμέρα + -ώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξημερώνωξημερώνειςξημερώνειξημερώνουμεξημερώνετεξημερώνουν / ξημερώνουνε
Παρατατικόςξημέρωναξημέρωνεςξημέρωνεξημερώναμεξημερώνατεξημέρωναν / ξημερώναν / ξημερώνανε
Αόριστοςξημέρωσαξημέρωσεςξημέρωσεξημερώσαμεξημερώσατεξημέρωσαν / ξημερώσαν / ξημερώσανε
Μέλλονταςθα ξημερώνω / θα ξημερώσωθα ξημερώνεις / θα ξημερώσειςθα ξημερώνει / θα ξημερώσειθα ξημερώνουμε / θα ξημερώσουμεθα ξημερώνετε / θα ξημερώσετεθα ξημερώνουν / θα ξημερώνουνε / θα ξημερώσουν / θα ξημερώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξημερώσειέχεις ξημερώσειέχει ξημερώσειέχουμε ξημερώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ξημερώσειείχες ξημερώσειείχε ξημερώσειείχαμε ξημερώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξημερώσει / να ξημερώνω / να ξημερώσωνα έχεις ξημερώσει / να ξημερώνεις / να ξημερώσειςνα έχει ξημερώσει / να ξημερώνει / να ξημερώσεινα έχουμε ξημερώσει / να ξημερώνουμε / να ξημερώσουμενα ξημερώνετε / να ξημερώσετενα ξημερώνουν / να ξημερώνουνε / να ξημερώσουν / να ξημερώσουνε
Προστακτική—ξημέρωνε / ξημέρωσε——ξημερώνετε / ξημερώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξημερώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →