ξημερώνει
•
- απρόσωπο ρήμαέρχεται το ξημέρωμα, βγαίνει ο ήλιος και φαίνεται το πρώτο φως της μέρας Βικιλεξικό
- Άρχισε να ξημερώνει. Έξαφνα, ένα σκυλάκι ρίχθηκε πάνω στον Αποστόλη, κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΚΑ)
- προσωπικόέρχεται το ξημέρωμα, βγαίνει ο ήλιος και φαίνεται το πρώτο φως της μέρας Βικιλεξικό
- Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός, κ' η μέρα ξημερώνει, / να φανερώσει ο Ρώκριτος το πρόσωπο, που χώνει. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Ε 765-766)
Ετυμολογία
ξημερώνει: γ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος ξημερώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →