Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξιφομάχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που ασκεί το άθλημα της ξιφασκίας Βικιλεξικό
    • Η "γυμνή ξιφομάχος" που έγινε υπουργός στη Βενεζουέλα, αθλήτρια της ξιφασκίας...
  2. που μάχεται με ξίφος Βικιλεξικό
    • εγώ σκεπτόμουν ότι πρώτη μου φορά έπιανα ξίφος, ενώ εκείνος ήτο επαγγελματίας ξιφομάχος και θα μ΄εσούβλιζε ως ορνίθιον (Εμμ. Ροϊδη, Η πρώτη του ξιφασκία)

Ετυμολογία

ξιφομάχος < ξιφομαχ(ία) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός). Αναλύεται σε ξίφ(ος) + -ο- + -μάχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξιφομάχοςξιφομάχοι
Γενικήξιφομάχουξιφομάχων
Αιτιατικήξιφομάχοξιφομάχους
Κλητικήξιφομάχεξιφομάχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →