ξιφομάχος
•
- που ασκεί το άθλημα της ξιφασκίας Βικιλεξικό
- Η "γυμνή ξιφομάχος" που έγινε υπουργός στη Βενεζουέλα, αθλήτρια της ξιφασκίας...
- που μάχεται με ξίφος Βικιλεξικό
- εγώ σκεπτόμουν ότι πρώτη μου φορά έπιανα ξίφος, ενώ εκείνος ήτο επαγγελματίας ξιφομάχος και θα μ΄εσούβλιζε ως ορνίθιον (Εμμ. Ροϊδη, Η πρώτη του ξιφασκία)
Ετυμολογία
ξιφομάχος < ξιφομαχ(ία) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός). Αναλύεται σε ξίφ(ος) + -ο- + -μάχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξιφομάχος | ξιφομάχοι |
| Γενική | ξιφομάχου | ξιφομάχων |
| Αιτιατική | ξιφομάχο | ξιφομάχους |
| Κλητική | ξιφομάχε | ξιφομάχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →