Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξομπλιάζω

ρήμα
•
  1. διακοσμώ, στολίζω (συνήθως σε κέντημα) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκουτσομπολεύω, κακολογώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξομπλιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξομπλιάζω / εξομπλιάζω < εξόμπλ(ιον) + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξομπλιάζωξομπλιάζειςξομπλιάζειξομπλιάζουμεξομπλιάζετεξομπλιάζουν / ξομπλιάζουνε
Παρατατικόςξόμπλιαζαξόμπλιαζεςξόμπλιαζεξομπλιάζαμεξομπλιάζατεξομπλιάζαν / ξομπλιάζανε / ξόμπλιαζαν
Αόριστοςξόμπλιασαξόμπλιασεςξόμπλιασεξομπλιάσαμεξομπλιάσατεξομπλιάσαν / ξομπλιάσανε / ξόμπλιασαν
Μέλλονταςθα ξομπλιάζω / θα ξομπλιάσωθα ξομπλιάζεις / θα ξομπλιάσειςθα ξομπλιάζει / θα ξομπλιάσειθα ξομπλιάζουμε / θα ξομπλιάσουμεθα ξομπλιάζετε / θα ξομπλιάσετεθα ξομπλιάζουν / θα ξομπλιάζουνε / θα ξομπλιάσουν / θα ξομπλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω ξομπλιάσειέχεις ξομπλιάσειέχει ξομπλιάσειέχουμε ξομπλιάσειέχετε ξομπλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξομπλιάσειείχες ξομπλιάσειείχε ξομπλιάσειείχαμε ξομπλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω ξομπλιάσει / να ξομπλιάζω / να ξομπλιάσωνα έχεις ξομπλιάσει / να ξομπλιάζεις / να ξομπλιάσειςνα έχει ξομπλιάσει / να ξομπλιάζει / να ξομπλιάσεινα έχουμε ξομπλιάσει / να ξομπλιάζουμε / να ξομπλιάσουμενα έχετε ξομπλιάσει / να ξομπλιάζετε / να ξομπλιάσετενα ξομπλιάζουν / να ξομπλιάζουνε / να ξομπλιάσουν / να ξομπλιάσουνε
Προστακτική—ξόμπλιαζε / ξόμπλιασε——ξομπλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξομπλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →