ξομπλιάζω
•
- διακοσμώ, στολίζω (συνήθως σε κέντημα) Βικιλεξικό
- μεταφορικάκουτσομπολεύω, κακολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξομπλιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξομπλιάζω / εξομπλιάζω < εξόμπλ(ιον) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξομπλιάζω | ξομπλιάζεις | ξομπλιάζει | ξομπλιάζουμε | ξομπλιάζετε | ξομπλιάζουν / ξομπλιάζουνε |
| Παρατατικός | ξόμπλιαζα | ξόμπλιαζες | ξόμπλιαζε | ξομπλιάζαμε | ξομπλιάζατε | ξομπλιάζαν / ξομπλιάζανε / ξόμπλιαζαν |
| Αόριστος | ξόμπλιασα | ξόμπλιασες | ξόμπλιασε | ξομπλιάσαμε | ξομπλιάσατε | ξομπλιάσαν / ξομπλιάσανε / ξόμπλιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξομπλιάζω / θα ξομπλιάσω | θα ξομπλιάζεις / θα ξομπλιάσεις | θα ξομπλιάζει / θα ξομπλιάσει | θα ξομπλιάζουμε / θα ξομπλιάσουμε | θα ξομπλιάζετε / θα ξομπλιάσετε | θα ξομπλιάζουν / θα ξομπλιάζουνε / θα ξομπλιάσουν / θα ξομπλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξομπλιάσει | έχεις ξομπλιάσει | έχει ξομπλιάσει | έχουμε ξομπλιάσει | έχετε ξομπλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξομπλιάσει | είχες ξομπλιάσει | είχε ξομπλιάσει | είχαμε ξομπλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξομπλιάσει / να ξομπλιάζω / να ξομπλιάσω | να έχεις ξομπλιάσει / να ξομπλιάζεις / να ξομπλιάσεις | να έχει ξομπλιάσει / να ξομπλιάζει / να ξομπλιάσει | να έχουμε ξομπλιάσει / να ξομπλιάζουμε / να ξομπλιάσουμε | να έχετε ξομπλιάσει / να ξομπλιάζετε / να ξομπλιάσετε | να ξομπλιάζουν / να ξομπλιάζουνε / να ξομπλιάσουν / να ξομπλιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξόμπλιαζε / ξόμπλιασε | — | — | ξομπλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξομπλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →