ξόμπλι
•
- λαϊκότροποη διακόσμηση, το σχέδιο πάνω σε κέντημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη κακολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξόμπλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξόμπλι < ἐξόμπλιον, υποκοριστικό του ἔξομπλον < ἔξεμπλον < λατινική exemplum (δείγμα, παράδειγμα, άξιο προσοχής) < eximo < ex + emo < πρωτοϊταλική *emō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα h₁em- (παίρνω, διανέμω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξόμπλι | ξόμπλια |
| Γενική | ξομπλιού | ξομπλιών |
| Αιτιατική | ξόμπλι | ξόμπλια |
| Κλητική | ξόμπλι | ξόμπλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →