ξορκίζω
•
- διώχνω ένα κακό πνεύμα Βικιλεξικό
- διώχνω κάτι που θεωρώ κακό Βικιλεξικό
- Να κάνουμε κάνα ξόρκι να ξορκίσουμε το μνημόνιο
- άλλη γραφή του εξορκίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξορκίζω < μεσαιωνική ελληνική ξορκίζω < αρχαία ελληνική ἐξορκίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξορκίζω | ξορκίζεις | ξορκίζει | ξορκίζουμε | ξορκίζετε | ξορκίζουν / ξορκίζουνε |
| Παρατατικός | ξόρκιζα | ξόρκιζες | ξόρκιζε | ξορκίζαμε | ξορκίζατε | ξορκίζαν / ξορκίζανε / ξόρκιζαν |
| Αόριστος | ξόρκισα | ξόρκισες | ξόρκισε | ξορκίσαμε | ξορκίσατε | ξορκίσαν / ξορκίσανε / ξόρκισαν |
| Μέλλοντας | θα ξορκίζω / θα ξορκίσω | θα ξορκίζεις / θα ξορκίσεις | θα ξορκίζει / θα ξορκίσει | θα ξορκίζουμε / θα ξορκίσουμε | θα ξορκίζετε / θα ξορκίσετε | θα ξορκίζουν / θα ξορκίζουνε / θα ξορκίσουν / θα ξορκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξορκίσει | έχεις ξορκίσει | έχει ξορκίσει | έχουμε ξορκίσει | έχετε ξορκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξορκίσει | είχες ξορκίσει | είχε ξορκίσει | είχαμε ξορκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξορκίσει / να ξορκίζω / να ξορκίσω | να έχεις ξορκίσει / να ξορκίζεις / να ξορκίσεις | να έχει ξορκίσει / να ξορκίζει / να ξορκίσει | να έχουμε ξορκίσει / να ξορκίζουμε / να ξορκίσουμε | να έχετε ξορκίσει / να ξορκίζετε / να ξορκίσετε | να ξορκίζουν / να ξορκίζουνε / να ξορκίσουν / να ξορκίσουνε |
| Προστακτική | — | ξόρκιζε / ξόρκισε | — | — | ξορκίζετε / ξορκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →