Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξορκίζω

ρήμα
•
  1. διώχνω ένα κακό πνεύμα Βικιλεξικό
  2. διώχνω κάτι που θεωρώ κακό Βικιλεξικό
    • Να κάνουμε κάνα ξόρκι να ξορκίσουμε το μνημόνιο
  3. άλλη γραφή του εξορκίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξορκίζω < μεσαιωνική ελληνική ξορκίζω < αρχαία ελληνική ἐξορκίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξορκίζωξορκίζειςξορκίζειξορκίζουμεξορκίζετεξορκίζουν / ξορκίζουνε
Παρατατικόςξόρκιζαξόρκιζεςξόρκιζεξορκίζαμεξορκίζατεξορκίζαν / ξορκίζανε / ξόρκιζαν
Αόριστοςξόρκισαξόρκισεςξόρκισεξορκίσαμεξορκίσατεξορκίσαν / ξορκίσανε / ξόρκισαν
Μέλλονταςθα ξορκίζω / θα ξορκίσωθα ξορκίζεις / θα ξορκίσειςθα ξορκίζει / θα ξορκίσειθα ξορκίζουμε / θα ξορκίσουμεθα ξορκίζετε / θα ξορκίσετεθα ξορκίζουν / θα ξορκίζουνε / θα ξορκίσουν / θα ξορκίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξορκίσειέχεις ξορκίσειέχει ξορκίσειέχουμε ξορκίσειέχετε ξορκίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξορκίσειείχες ξορκίσειείχε ξορκίσειείχαμε ξορκίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξορκίσει / να ξορκίζω / να ξορκίσωνα έχεις ξορκίσει / να ξορκίζεις / να ξορκίσειςνα έχει ξορκίσει / να ξορκίζει / να ξορκίσεινα έχουμε ξορκίσει / να ξορκίζουμε / να ξορκίσουμενα έχετε ξορκίσει / να ξορκίζετε / να ξορκίσετενα ξορκίζουν / να ξορκίζουνε / να ξορκίσουν / να ξορκίσουνε
Προστακτική—ξόρκιζε / ξόρκισε——ξορκίζετε / ξορκίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →