Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξούτσκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ρουμελιώτικη διάλεκτοςχρυσούτσικος, με την έννοια του μικρού αγαπημένου ή μικρού αγαπητού Βικιλεξικό
    • Του ξούτσκο μ', ιέπεσι κι χτύπ'σι. (= Το χρυσούτσικό μου, έπεσε και χτύπησε.)

Ετυμολογία

ξούτσκος < χρυσούτσικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξούτσκοςξούτσκιαξούτσκο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →