ξυλεύομαι
•
- κόβω ξύλα Βικιλεξικό
- φροντίζω να προμηθευτώ ξύλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυλεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ξυλεύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξυλεύομαι | ξυλεύεσαι | ξυλεύεται | ξυλευόμαστε | ξυλεύεστε | ξυλεύονται |
| Παρατατικός | ξυλευόμουν / ξυλευόμουνα | ξυλευόσουν / ξυλευόσουνα | ξυλευόταν / ξυλευότανε | ξυλευόμασταν / ξυλευόμαστε | ξυλευόσασταν / ξυλευόσαστε | ξυλευόντουσαν / ξυλεύονταν |
| Αόριστος | ξυλεύτηκα | ξυλεύτηκες | ξυλεύτηκε | ξυλευτήκαμε | ξυλευτήκατε | ξυλευτήκαν / ξυλευτήκανε / ξυλεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα ξυλευτώ / θα ξυλεύομαι | θα ξυλευτείς / θα ξυλεύεσαι | θα ξυλευτεί / θα ξυλεύεται | θα ξυλευτούμε / θα ξυλευόμαστε | θα ξυλευτείτε / θα ξυλεύεστε | θα ξυλευτούν / θα ξυλευτούνε / θα ξυλεύονται |
| Παρακείμενος | έχω ξυλευτεί | έχεις ξυλευτεί | έχει ξυλευτεί | έχουμε ξυλευτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξυλευτεί | είχες ξυλευτεί | είχε ξυλευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξυλευτεί / να ξυλευτώ / να ξυλεύομαι | να έχεις ξυλευτεί / να ξυλευτείς / να ξυλεύεσαι | να έχει ξυλευτεί / να ξυλευτεί / να ξυλεύεται | να έχουμε ξυλευτεί / να ξυλευτούμε / να ξυλευόμαστε | να ξυλευτείτε / να ξυλεύεστε | να ξυλευτούν / να ξυλευτούνε / να ξυλεύονται |
| Προστακτική | — | ξυλεύσου | — | — | ξυλευτείτε / ξυλεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →