Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξύλο

/ˈksi.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για την κατασκευή αντικειμένων Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικόη ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για την κατασκευή αντικειμένων Βικιλεξικό
    • πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα
  3. μόνο στον ενικόη άσκηση βίας εναντίον ανθρώπου ή ζώου· ξυλοκόπημα, βιαιοπραγία Βικιλεξικό
    • η σωματική τιμωρία
    • παλιότερα το ξύλο ήταν μια αποδεκτή μορφή τιμωρίας για τα παιδιά
    • Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφάλαιο: Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια, α' έκδοση, 1918)

Ετυμολογία

ξύλο < αρχαία ελληνική ξύλον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξύλοξύλα
Γενικήξύλουξύλων
Αιτιατικήξύλοξύλα
Κλητικήξύλοξύλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →