ξύλο
•
- η ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για την κατασκευή αντικειμένων Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόη ουσία από την οποία αποτελείται ο κορμός και τα κλαδιά ενός δέντρου ή θάμνου και χρησιμοποιείται από την άνθρωπο για την κατασκευή αντικειμένων Βικιλεξικό
- πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα
- μόνο στον ενικόη άσκηση βίας εναντίον ανθρώπου ή ζώου· ξυλοκόπημα, βιαιοπραγία Βικιλεξικό
- η σωματική τιμωρία
- παλιότερα το ξύλο ήταν μια αποδεκτή μορφή τιμωρίας για τα παιδιά
- Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφάλαιο: Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια, α' έκδοση, 1918)
Ετυμολογία
ξύλο < αρχαία ελληνική ξύλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξύλο | ξύλα |
| Γενική | ξύλου | ξύλων |
| Αιτιατική | ξύλο | ξύλα |
| Κλητική | ξύλο | ξύλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →