ξυλογλύπτης
•
- επάγγελμαο τεχνίτης που σκαλίζει στο ξύλο διάφορα αντικείμενα, χρηστικά ή διακοσμητικά Βικιλεξικό
- Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
Ετυμολογία
ξυλογλύπτης < ξυλο- + γλύπτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλογλύπτης | ξυλογλύπτες |
| Γενική | ξυλογλύπτη | ξυλογλυπτών |
| Αιτιατική | ξυλογλύπτη | ξυλογλύπτες |
| Κλητική | ξυλογλύπτη | ξυλογλύπτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →