Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξυλογραφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τεχνική κατά την οποία χαράζεται κάποιο σχέδιο σε ξύλο και κατόπιν αναπαράγεται ή εκτυπώνεται πολλές φορές αντιγραμμένη σε χαρτί ή άλλο υλικό Βικιλεξικό
  2. το αποτέλεσμα της τεχνικής (1) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξυλογραφία < (λόγιο δάνειο) γαλλική xylographie < xylo- (< ξυλο- < ξύλον) + -graphie (< -γραφία < γράφω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξυλογραφίαξυλογραφίες
Γενικήξυλογραφίαςξυλογραφιών
Αιτιατικήξυλογραφίαξυλογραφίες
Κλητικήξυλογραφίαξυλογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →