ξυλογραφία
•
- τεχνική κατά την οποία χαράζεται κάποιο σχέδιο σε ξύλο και κατόπιν αναπαράγεται ή εκτυπώνεται πολλές φορές αντιγραμμένη σε χαρτί ή άλλο υλικό Βικιλεξικό
- το αποτέλεσμα της τεχνικής (1) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυλογραφία < (λόγιο δάνειο) γαλλική xylographie < xylo- (< ξυλο- < ξύλον) + -graphie (< -γραφία < γράφω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλογραφία | ξυλογραφίες |
| Γενική | ξυλογραφίας | ξυλογραφιών |
| Αιτιατική | ξυλογραφία | ξυλογραφίες |
| Κλητική | ξυλογραφία | ξυλογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →