ξυπνητούρια
•
- οικείοτο ξύπνημα, κυρίως στην έκφραση: καλά ξυπνητούρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυπνητούρια < ξυπνητ(ός) + -ούρια (πληθυντικός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυπνητούρια | ξυπνητούρια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | — | ξυπνητούρια |
| Κλητική | — | ξυπνητούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →