Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ύπνος

/ˈi.pnos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η περιοδική κατάσταση κατά την οποία οι φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού ενός ανθρώπου ή ζώου επιβραδύνονται και το πνεύμα έχει μειωμένη συνείδηση του εαυτού του και μειωμένη επαφή με το περιβάλλον Βικιλεξικό
    • Πρόκειται για τα λεγόμενα lucid dreams ή συνειδητά όνειρα. Και όταν μιλάμε για «ονειροναυτική», δεν κινούμαστε στον χώρο της παραψυχολογίας αλλά στον χώρο των επιστημονικών ερευνών για τη φύση του ύπνου (Η παραδοξότητα του ξύπνιου μέσα στον ύπνο, Το ΒΗΜΑ, 24/11/2008 https://www.tovima.gr/2008/11/24/culture/i-paradoksotita-toy-ksypnioy-mesa-ston-ypno/)

Ετυμολογία

ύπνος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὕπνος < πρωτοελληνική *húpnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *supnós < *swep- (κοιμάμαι) + *-nós

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήύπνοςύπνοι
Γενικήύπνουύπνων
Αιτιατικήύπνούπνους
Κλητικήύπνεύπνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →