Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξυπνητός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ξυπνήσει Βικιλεξικό
    • Η γριά δεν ήξερες πότε κοιμάται και πότε είναι ξυπνητή. (Γιώργος Ιωάννου, Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας)
  2. που δεν έχει κοιμηθεί Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοέξυπνος Βικιλεξικό
    • Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταζαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ’ ὁ Στάμος, ὅστις ἦτο δωδεκαετὴς καὶ ξυπνητός, ἐνόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. Ὁ φόβος του ἐμετριάσθη, καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

Ετυμολογία

ξυπνητός < ξυπνώ + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυπνητόςξυπνητήξυπνητό
Γενικήξυπνητούξυπνητήςξυπνητού
Αιτιατικήξυπνητόξυπνητήξυπνητό
Κλητικήξυπνητέξυπνητήξυπνητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξυπνητοίξυπνητέςξυπνητά
Γενικήξυπνητώνξυπνητώνξυπνητών
Αιτιατικήξυπνητούςξυπνητέςξυπνητά
Κλητικήξυπνητοίξυπνητέςξυπνητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →