ξυρίζω
•
- κόβω με ξυράφι τις τρίχες από διάφορα σημεία του σώματος Βικιλεξικό
- περνάω ξυστά Βικιλεξικό
- μεταφορικάφυσώ με πολλή ένταση ψυχρό άνεμο που τρυπάει το σώμα· λέγεται για αέρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυρίζω < ελληνιστική < αρχαία ελληνική ξυρόν
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξυρίζω | ξυρίζεις | ξυρίζει | ξυρίζουμε | ξυρίζετε | ξυρίζουν / ξυρίζουνε |
| Παρατατικός | ξύριζα | ξύριζες | ξύριζε | ξυρίζαμε | ξυρίζατε | ξυρίζαν / ξυρίζανε / ξύριζαν |
| Αόριστος | ξύρισα | ξύρισες | ξύρισε | ξυρίσαμε | ξυρίσατε | ξυρίσαν / ξυρίσανε / ξύρισαν |
| Μέλλοντας | θα ξυρίζω / θα ξυρίσω | θα ξυρίζεις / θα ξυρίσεις | θα ξυρίζει / θα ξυρίσει | θα ξυρίζουμε / θα ξυρίσουμε | θα ξυρίζετε / θα ξυρίσετε | θα ξυρίζουν / θα ξυρίζουνε / θα ξυρίσουν / θα ξυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξυρίσει | έχεις ξυρίσει | έχει ξυρίσει | έχουμε ξυρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξυρίσει | είχες ξυρίσει | είχε ξυρίσει | είχαμε ξυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξυρίσει / να ξυρίζω / να ξυρίσω | να έχεις ξυρίσει / να ξυρίζεις / να ξυρίσεις | να έχει ξυρίσει / να ξυρίζει / να ξυρίσει | να έχουμε ξυρίσει / να ξυρίζουμε / να ξυρίσουμε | να ξυρίζετε / να ξυρίσετε | να ξυρίζουν / να ξυρίζουνε / να ξυρίσουν / να ξυρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξυρισμένο / ξύριζε / ξύρισε | — | — | ξυρίζετε / ξυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →