Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξυστήρι

/ksisˈti.ri/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εργαλείο με το οποίο ξύνουμε Βικιλεξικό
    • ξυστήρι για λεμόνια. (για καθαρισμό της φλούδας)
    • ξυστήρι πλάτης (για ανακούφιση από τη φαγούρα, πβ. χεράκι πλάτης)

Ετυμολογία

ξυστήρι < ξυσ- + -τήρι < καθαρεύουσα ξυστήριον < μεσαιωνική ελληνική ξύστης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξυστήριξυστήρια
Γενικήξυστηριούξυστηριών
Αιτιατικήξυστήριξυστήρια
Κλητικήξυστήριξυστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →