ξυστήρι
•
- εργαλείο με το οποίο ξύνουμε Βικιλεξικό
- ξυστήρι για λεμόνια. (για καθαρισμό της φλούδας)
- ξυστήρι πλάτης (για ανακούφιση από τη φαγούρα, πβ. χεράκι πλάτης)
Ετυμολογία
ξυστήρι < ξυσ- + -τήρι < καθαρεύουσα ξυστήριον < μεσαιωνική ελληνική ξύστης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυστήρι | ξυστήρια |
| Γενική | ξυστηριού | ξυστηριών |
| Αιτιατική | ξυστήρι | ξυστήρια |
| Κλητική | ξυστήρι | ξυστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →