Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξωμερίτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άτομο που κατάγεται ή προέρχεται από άλλη περιοχή και δεν ανήκει στους ντόπιους κατοίκους ενός τόπου Βικιλεξικό
  2. κάτοικος της υπαίθρου ή μικρού οικισμού, σε αντιδιαστολή προς τον κάτοικο μιας πόλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξωμερίτης < εξωμερίτης < μεσαιωνική ελληνική ἐξώμερ(α) + -ίτης < αρχαία ελληνική ἔξω + μέρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξωμερίτηςξωμερίτες
Γενικήξωμερίτηξωμεριτών
Αιτιατικήξωμερίτηξωμερίτες
Κλητικήξωμερίτηξωμερίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →