ξωμερίτης
•
- άτομο που κατάγεται ή προέρχεται από άλλη περιοχή και δεν ανήκει στους ντόπιους κατοίκους ενός τόπου Βικιλεξικό
- κάτοικος της υπαίθρου ή μικρού οικισμού, σε αντιδιαστολή προς τον κάτοικο μιας πόλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξωμερίτης < εξωμερίτης < μεσαιωνική ελληνική ἐξώμερ(α) + -ίτης < αρχαία ελληνική ἔξω + μέρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξωμερίτης | ξωμερίτες |
| Γενική | ξωμερίτη | ξωμεριτών |
| Αιτιατική | ξωμερίτη | ξωμερίτες |
| Κλητική | ξωμερίτη | ξωμερίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →