ξόβεργα
•
- παγίδα για πουλιά, που αποτελείται από ένα κλαδάκι ή μια βέργα αλειμμένα με ιξό ή κόλλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξόβεργα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξόβεργον < ἰξόβεργον < ἰξός + βέργα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξόβεργα | ξόβεργες |
| Γενική | ξόβεργας | — |
| Αιτιατική | ξόβεργα | ξόβεργες |
| Κλητική | ξόβεργα | ξόβεργες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →