ξόμπλιασμα
•
- στόλισμα, κεντίδι Βικιλεξικό
- μεταφορικάκουτσομπολιό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξόμπλιασμα < μεσαιωνική ελληνική ξομπλίασμα < ξομπλιάζ(ω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξόμπλιασμα | ξομπλιάσματα |
| Γενική | ξομπλιάσματος | ξομπλιασμάτων |
| Αιτιατική | ξόμπλιασμα | ξομπλιάσματα |
| Κλητική | ξόμπλιασμα | ξομπλιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →