Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξύλινος

/ˈksi.li.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι φτιαγμένος από ξύλο Βικιλεξικό
    • έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
    • Σα γάτα σκαρφάλωσε στην όρθια ξύλινη σκάλα της σοφίτας, κι εκεί, αφού σκάλισε σε όλες τις γωνιές, άνοιξε όλες τις αποθήκες (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα, Κεφάλαιο Θ, 1910)
    • θα κόψουμε δέντρα και θα φτιάξουμε ένα ξύλινο σπιτάκι
  2. μεταφορικάάκαμπτος Βικιλεξικό
    • το ξύλινο ύψος του με απωθεί

Ετυμολογία

ξύλινος < αρχαία ελληνική ξύλινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξύλινοςξύλινηξύλινο
Γενικήξύλινουξύλινηςξύλινου
Αιτιατικήξύλινοξύλινηξύλινο
Κλητικήξύλινεξύλινηξύλινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξύλινοιξύλινεςξύλινα
Γενικήξύλινωνξύλινωνξύλινων
Αιτιατικήξύλινουςξύλινεςξύλινα
Κλητικήξύλινοιξύλινεςξύλινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →