ξύλωση
•
- αρχιτεκτονικήο ξύλινος σκελετός ενός οικοδομήματος ή (κατ’ επέκταση) οποιαδήποτε άλλη κατασκευή από ξύλο (σε οικοδομή, πλεούμενο κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Παρῆλθον δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας, καὶ γενναῖον πετροβόλημα ἤρχισε νὰ δέρνῃ τὴν στέγην, τὰς ξυλώσεις, καὶ τὰς δοκοὺς τοῦ ἀφατνώτου πατώματος τῆς ἐρήμου οἰκίας. Πολλοὶ λίθοι, μὲ ὑπόκωφον δοῦπον, διερχόμενοι διὰ τῶν δοκῶν, καὶ ἄλλοι διὰ τῆς θύρας ἔπιπτον εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ ἰσογείου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)
- ξύλινη επένδυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξύλωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ξύλωσις < ξυλῶ (ξυλόω) < ξύλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξύλωση | ξυλώσεις |
| Γενική | ξύλωσης | ξυλώσεων |
| Αιτιατική | ξύλωση | ξυλώσεις |
| Κλητική | ξύλωση | ξυλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →